Ένα Ποτήρι Καθαρό Νερό – Διήγημα

Latest Comments

Το όνομά μου είναι Λώλας Θεοφάνης, και είμαι έφηβος συγγραφέας και σεναριογράφος. Το παρακάτω διήγημά μου, έλαβε μέρος στον διαγωνισμό λογοτεχνίας για τον εορτασμό των εκατό χρόνων λειτουργίας τής Γενναδείου Βιβλιοθήκης, με θέμα ιστορικό διήγημα που στηρίζεται από τεκμήριά της. Δραματοποίησα την αληθινή ιστορία απόδρασης ενός συγγενή μου από τα Οθωμανικά στρατόπεδα κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Θίγω ζητήματα όπως κοινωνική ανισώτητα, πόλεμος και βία, και κατακρίνω αυτά σε όλες τις μορφές τους.

Ένα Ποτήρι Καθαρό Νερό – Διήγημα

Δραματοποιημένη μαρτυρία από αληθινή κασέτα τού 20ού αιώνα, ηχογραφημένη από τον προ-προ-
παππού μου

Δεν το είχα φανταστεί πως θα έκανα να ξαναπιώ καθαρό νερό από πηγή τόσον πολύ
καιρό. Ήμουνα το πολύ είκοσι χρονώ, και ξαναείπια ωσάν ήμουνα κοτζάμ φαντάρος
και. Εκείνη τη μέρα, που ‘χα κάτσει κι ‘χα απλώσει αράδα με τον γέρο μου, η μάνα
με την αδερφή μου εμαγείρευε σουτζούκια αχνιστά, ωστόσο είχε μάθει
σκληροτράχηλα να μην τηνε πτοεί τ’ ολάκερο ντουμάνι, που δεν τηνε μπόρεγε καλά
ν’ ανασάνει.


Όταν απλώσαμε επάνου στην ξύλινη την τάβλα τα σκεύη, και καθίσαμε να φάμε,
ξάφνου την πόρτα σπάει μία αγριοφωνάρα, γαυγίζοντας μπαίνουν μέσα οι
Βούλγαροι. Ενομίζαμε πως ταύτες οι λεηλασίες είχανε τελειώσει, και πως, ύστερα
από την επανάσταση στους Τούρκους, τους είχαμε ξεφορτωθεί όλους. Ήτανε, όμως,
το σπιτικό μας σε μεριά παράξενη, και όλα τούτα δεν τα καταλάβαινε το νεανικό μου
μυαλό. Νομίζαμε πως θα έβλεπαν το ρήμαγμα από άλλες λεηλασίες, και θα μας
παρατάγανε με το φαγί και τον πόνο μας, μα τούτη ήτανε άλλου είδους λεηλασία:
δεν επαίρνανε αντικείμενα, μα παίρνανε κοσμάκη.


Φωνάζανε μανιασμένα στα Βουλγαρικά, πιάς’ την, λέγανε, από το μαλλί, και πολύ
όμορφη είναι αυτή η μικρή. Οι γονείς μου καταλάβανε αμέσως πως λέγανε για κάποιο
απ’ τα μικρά, και ο πατέρας που εσηκώθηκε ορθός, και άρπαξε το σκονισμένο
παλιοτούφεκο από το ράφι, κι έκραξε να φύγουνε και να πάνε στο διάολο. Εγώ
φοβήθηκα, και κρύφτηκα στο αμπάρι, μες στο χάος. Εκείνοι ψιλογελάσανε μεταξύ
τους, και μας δείξανε τα σάπια τους δόντια, ύστερον ερπάξανε τις γιαταγάνες, και τις
τουφέκες, κι επήρε λίγο πιότερο από ένα λεπτό, να δω πατέρα και μάνα
σφαγιασμένους, και την αδερφή, σε ηλικία παντρειάς, ή την τουφεκίσανε, ή την
επήρανε για να τις ντροπιάσουνε, πρώτα.


Εμένα, όμως, που δε με είδανε, κρυμμένος σαν ήμουν, φύγανε και με παρατήσανε.
Δεν ήξεβρα καλώς τι της είχανε κάνει, της μάνας μου, που έτρεξα να την πάρω άλλη
μια, τελευταία αγκαλιά, ή, μάλλον, δεν ήθελα να ξέβρω. Πάνω από το τραπέζι, μες
στον χαλασμό, ενάρπαξα μίαν μικρή μαχαίρα, που κόβονε τα τυριά, και την
παράχωσα στη βράκα.


Ύστερα από μερικούς μήνες, που ένας Θεός ξέρει πώς έζησα, έπρεπε να στρατευτώ,
και με πήρανε οι Οθωμανοί. Ήρθανε στο σπίτι, και με αρπάξανε από τις μπράτσες,
μα δε με ψάξανε, και δε βρήκανε το στιλέτο. Όταν, μετ’ ώρα πολλάκης, μας
κατέβασαν οι γραικύλοι, εγώ αφήνιασα και άρπαξα το στιλέτο, όρμηξα απάνω σε
έναν Οθωμανό, και θυμάμαι καλά την κραυγή του, όταν τον έκοψα λίγο στον πήχη,
ύστερα με άρπαξε και μου έδωσε τόσο ξύλο που δε θα ξεχάσω ποτέ, όμως δε με
σκότωσε, γιάντα μ’ ήθελε για βρωμοδουλειές. Έλεγαν πως ήταν κάτι σχετικό με τα
δίκια των αφεντάδων. Μας βάλανε σε στρατόπεδα. Ήτανε στοιβαγμένοι σε
παλιοκρεβάτια παλικάρια σαν κι εμέ, και πιο μεγάλοι ακόμα, ως γύρω στα σαράντα.
Μετά τους βλέπανε βάρος, και τους σφάζανε. Είχε πόλεμο. Εκεί τους έστελναν, και
πέθαιναν πολλοί. Τούρκοι και Βούλγαροι σε πόλεμο.

Λίγο μετά το 1900.
Μέρα έμπα, μέρα έβγα, ήτανε ίδια και απαράλλαχτα, όπλα στην πεδιάδα, φωνές,
μετρήσεις, εξουθενώσεις, πολλοί πέθαναν από τις εξουθενώσεις ταύτες, εγώ, όμως,
είχα γεροδεθεί από τον πατέρα μου, που κάθε πρωία με έβαζε να κουβαλάω
καυσόξυλα και δε μου ‘δινε να πιω. Τονε φοβόμουνα γι’ αυτό. Ύστερα, κατά το
μεσημέρι, όταν, πια, ντάλα ο ήλιος μάς είχε αποθάνει, ε, μας δίνανε μια φέτα ψωμί με
ξεπετάσματα βουτύρου, μια γουλιά νερό βρώμικο, έβλεπες τη λάσπη, ακόμη, μέσα,
και μας ξαναβάζανε στη δουλειά, λέγανε να μας κάνουνε στρατιώτες, να παλεύομε
για την Τουρκιά. Ήμουν μικρός κι ανήξερος, επομένως πρώτα άκουγα κι έκαμα, και
γρήγορα είδα ότι με συμπαθάγανε.


Έτσι πέρανε καιρός πολύς. Δε θυμούμαι και πολύ καλά πόσος ήταν αυτός της
στράτευσης, αλλά πολύς. Και όλο, όσο έβλεπα και μάθαινα, καταλάβαινα πως όλα
αυτά δεν ήτανε φυσιολογικά, και πως έπρεπε, κάπως, κάτι, κάποιος… Δε θα μπόρεγα
άλλο να ζω ‘κει μέσα, πόσο μάλλον τώρα, πια, που καταλάβαινα και τι έγινε στη
μάνα και τον πατέρα μου, και υποψιαζόμουν για την αδερφή μου. Όλα αυτά τα
συζήταγα με τον Κωσταντή, που τον εθυμάμαι να ‘ναι στο πλάγι μου απ’ όταν
πρωτομπήκα. Αρχικά ήτανε σα γονιός, κι ύστερα σαν αδερφός. Με πέρναγε δυο
χρόνια, μα τον σεβόμουνα. Μου ‘λεγε να κάμω ό,τι διατάζουν, και να μη σηκώνω το
κεφάλι.


Όμως, πάλι, όταν είχα φτάσει να σκέφτομαι και να καταλαβαίνω, γύρω στα είκοσι θα
ήμουν, μάλλον, μου ‘πε να σκεφτώ, κι ας κάνω τη μέρα ό,τι λένε. Αλλά τη μέρα,
μονάχα, γιάντα τη νύχτα έπρεπε να συλλογάμαι λεύτερα, για να συλλογάμαι και
καλά. Λέει το ‘χε πει κάποιος Ρήγας. Είχε και μεγάλη πίστη στο Θεό ο Κωσταντής.
Εγώ, πάλι, άκουγα τη μάνα μου να λέει προσευχές, μα δε θα πίστευα, αφού ήξεβρα
πως τους κατάσφαξαν όλους, και πολλούς ακόμη χειρότερα. Εκείνες τις μέρες, ο
Κωσταντής άρχισε να προσεύχεται. Έλεγε, αν ήμαστε πιστοί, ο Θεός θα έριχνε
κατάρα μεγάλη στα στρατόπεδα. Είχε κι αυτό το χαΐρι του, ένανε χαβά τονε θέλουμε
όλοι, να παλέψουμε τ’ άσχημα, και προσευχήθηκα κι εγώ.


Δε λέω πως αυτό έκαμε κάτι, μα λίγους μήνες μετά, η χολέρα, τούτη η παμπόνηρη
ασθένεια που τρύπωνε και σκότωνε από Ασία ως Ευρώπη, έπληξε το στρατόπεδο, και
οι κακές συνθήκες διαβίωσης της επέτρεψαν να εξαπλωθεί πολύ γρήγορά ανάμεσά
μας. Οι Τούρκοι είχανε πάρει εντολή από ψηλά, να δρουν άμεσα και αποτελεσματικά.
Στην αρχή, είχανε τα σπόρκα. Ήτανε κάτι καράβια στη μέση τού πουθενά, στο
πέλαγο, και λέγανε ότι εκεί βάζανε τους χολεριασμένους, και τους έστελναν γιατρούς,
και τους έστελναν και τους βαρδιανούς, που ήτανε στις βάρδιες κάτι Τουρκαλάδες,
και κατά καιρούς και Ρωμιοί, και φυλάγανε μη βγει και μη μπει κανείς. Ο αδερφός
τού Κωσταντή, ο Μανωλιός ο καυσοκαλύβας, που τον λέγανε -επειδή έβαζε φωτιά σε
τουρκικές μπαρουταποθήκες- χολεριάστηκε, και τονε βάλανε σα μαγαρισμένο ‘κει
μέσα. Κάθε βράδυ προσευχόταν ο Κωσταντής.


Έξω απ’ τα στρατόπεδα, πηγαινοέρχονταν Τουρκαλάδες νέοι, σαν κι εμάς, που
ήρθανε στο στρατόπεδο κάπως σαν κι εμάς. Ήτανε, λοιπόν, πρόθυμοι, ανά ώρες, να
εναντιωθούν, και να μας βοηθήσουν, όσο γινόταν, βέβαια, χωρίς να τους πάρουν το
κεφάλι. Πρώτα μάς είπε ένας φίλος από δαύτους, ο λεγάμενος και Σουλεϊμάν, ότι πια
τα σπόρκα γιοκ, ότι, δηλαδής, τώρα τους χολεριασμένους τους σφάζανε και τους
ρίχνανε σε πηγάδια. Μα δεν το λέγανε, γιατί δε θέλανε να γίνει σούσουρο.


“Πώς το καταλαβαίνουν, όμως, ότι είσαι χολεριασμένος”;
“Βγάζεις αίμα στο εσώρουχο”.
Κάθε πρωί, ύστερα, μάλλον το ‘παν οι γιατροί, έρχονταν και βλέπανε τα βρακιά μας,
και άμα είχανε αίμα, μας σηκώνανε ευθείς και μας πηγαίνανε για εκτέλεση, μετά
έλεγαν ότι τους ρίχνανε και στον ασβέστη. Ο Κωσταντής ήρθε, τη μέρα ‘κείνη,
κλαμένος στο κρύο κρεβάτι του. Μόλις είχε δει να μεταφέρουν τον αδερφό του
σφαγμένο, και να τον ρίχνουν στο πηγάδι.


“Γιατί έφυγες και πήγες εκεί, ρε Κωσταντή”!
“Ήθελα να δω”…
“Σκάσε, ρε, θα μας καθαρίσουν! Άσε τις παλικαριές! Ο Θεός, δε θα σε βοηθήσει”;
Δεν το πίστευα ότι θα τον βοηθούσε ο Θεός. Δεν είχε βοηθήσει τον αδερφό του, γιατί
να βοηθήσει αυτόν; Αλλά το πίστευε και το χαιρόταν. Την ίδια νυχτιά, ο Κωσταντής
το πήρε απόφαση πως θα το έσκαγε από το στρατόπεδο. Θα έβγαινε έξω, να
καταστρώσει μηχανορραφία, έλεγε. Εγώ, τον συμβούλευσα -πρώτη φορά έκανα εγώ
τον μεγαλύτερο- να περιμένει πρώτα να σβήσει από μέσα του η οργή. Μας βγάλανε
στην πεδιάδα, πάλι. Μέτρημα, δουλειά, λιοπύρι, κι εκείνοι αραλίκι.


Έσπασα από την ομάδα, λίγο, και πήγα σ’ ένα δέντρο, να κατουρήσω. Έτσι το
κάναμε, αφού δεν είχαμε ούτε καμπινέδες ούτε τίποτα. Το κατέβασα το εσώρουχο,
και είδα καθαρώς το αίμα, και κατάλαβα ό,τι δεν ήθελα να καταλάβω: οι πόνοι πόχα
δεν ήτανε από κούραση, μα ήτανε από τη χολέρα, διότι είχα κολλήσει, τώρα, κι εγώ.
Και το ‘παιζα μάγκας, πως δε με πτοούσε τίποτις, μα ήμουνα ευάλωτος, και θα με
σκοτώνανε.


Είχα μαζί μου δυο τάλιρα γρόσια. Είχανε μπει στο στρατόπεδο παράνομα και είχανε
χωθεί στα χέρια μας και ανταλλάσσονταν για καπνό ή για χάρες ό,τι είδους, ή και
δώρα απο επισκέψεις. Ήτανε η ώρα να τα χρησιμοποιήσω. Ήξεβρα πως ο επόμενος
έλεγχος ήτανε το πρωί πάλε, άραγε επήγα στον γυρισμό των ταγμάτων στον
Σουλεϊμάν, του ‘δωκα τα μισά, και του παράγγειλα έξι-εφτά αλλάγια σώβρακα.
‘Κεινος είχε ψυχή μάλαμα, και μου ‘φερε μερικά, άλλα μερικά μού έφερε και ένας
φίλος που τονε πέτυχα στο επισκεπτήριο. Από τις πέντε την πρωία, εφορούσα άλλο
σώβρακο και ‘κεινο έβλεπε ο Τουρκαλάς, και πέταγα το ματωμένο. Ο Σουλεϊμάν μού
έφερε κιάλλα, μα γρήγορα η χολέρα μάδησε τον κοιτώνα μου, κι έμεινα με άλλους
δέκα. Εγώ τους είχα σκοτώσει… Άμανε δεν είχα κάμει το τέχνασμα, και μ’ είχανε
πάρει πρέφα και με σφάζανε, οι άλλοι θα γλιτώνανε. Μα είχα, τώρα, βάλει σε
δουλειά το σχέδιο.


Η ασθένεια με αποδυνάμωνε πιότερο καθημερινώς. Μα εγώ έκαμα το καθήκον και
έκαμα και το αλλάγι. Έπλενα συχνά και τα κάτω μέρη μου, γιατί είχανε οι Τούρκοι
στους καμπινέδες και μια βρύση, για να πλένονται και να ‘ναι καθαροί σε κάθε
προσευχή, πέντε φορές τη μέρα. Απέφευγα σκοπίμως τον Κωσταντή, που εκαθόταν
και σκεφτόταν, γιάντα δεν ήθελα να τονε κολλήσω. Σε δυο μήνες κούρασης, η
καθαριότις τού αλλαγιού -δεν ξέρω πώς- μ’ έκανε καλά. Πια δεν έβγαινε αίμα, κι
έμενε πάλλευκο το βρακί. Τώρα, που είχα δει τον θάνατο τόσο κοντά, δε θα έχανα τη
ζωή που μου έμενε -αφού δεν ήξερα πότε θα με ‘βρισκε άλλο θανατικό να με φάγει-
στο στρατόπεδο, αλλά θα έφευγα, και η οργή τού Κωσταντή θα ήταν ο μπούσουλας,
αντάμα με άλλους επαναστάτες, θα το σκάγαμε.


Έπρεπε μόνο να βρούμε την κατάλληλη στιγμή. Δεν είχαμε σχέδιο: η ζωή παραήταν
μικρή για να εμποδίζει κανείς την πράξη με τη σκέψη του. Την ίδια νύχτα έπιασα τον
Κωσταντή, και μου ‘πε ότι άμα δεν έφευγα μαζί του θα ‘φευγε μόνος του. Κι έτσι
κάναμε. Επήραμε και άλλα τρία παλικάρια με επαναστατικό πνεύμα -ένας τους
εδήλωνε και κομμουνιστής- και μια βραδιά που έτυχε να περνάει και άλλο
στράτευμα σιμά μας, και που οι πύλες προς τη φρουρά τού Σουλεϊμάν ήτανε δυο
μέτρα απόσταση, εχωθήκαμε στο πλήθος και το σκάσαμε.

Μέχρι να περάσει το
στράτευμα, μη μας δει κανάς λοχίας από μακριά, κουλουριαστήκαμε στον θάμνο και
περιμέναμε. Όλους μας μας ετρυπήσανε τη σάρκα άγκαθοι, και τούτος ο πόνος δεν
ήταν τίποτε μπροστά σε αυτόν που μας ηνάγκαζαν τα χρόνια όλα οι Τουρκαλάδες.
Ήτανε ο ουρανός σκοταδιασμένος, κι εμείς εσηκωθήκαμε να μπούμε πιο βαθιά στο
άλσος. Ώσπου, ξάφνου, μια τούρκικη φωνή ακούστηκε να γαυγίζει, και γυρίσαμε
απότομα. Ένας φρουρός μάς εσημάδευε με τ’ όπλο του.


“Βρε, Σουλεϊμάν, μας ετρόμαξες, μωρέ! Φεύγουμε! Έλα μαζί, άμα θες”!
Η σκιά στο πρόσωπο χάθηκε για λίγο, σαν έφερε έναν λυγνίτη κοντύτερα, και είδαμε
πως τούτος δεν ήτανε ο Σουλεϊμάν.
“Τι λέτε μωροί Ρωμιοί”;
“Έλα μαζί μας, άμοιρε. Το ξέρουμε το μίσος που θρέφεις”.
“Εγώ βαρδιανός, τώρα φρουρός. Μίσος για ‘σάς, μαγαρισμένοι”!
Πρόταξε το όπλο. Εμείς σηκώσαμε τα χέρια. Μα ο ένας εκείνος, ο κομμουνιστής,
επήγε μπροστά και έβαλε την κάνη στο στήθος.
“Ρίξε μου, μωρέ! Να δω τι θα καταλάβεις, σκλάβε”!
Τον εκοίταξε διαπεραστικά στα μάτια, και τότες ‘κεινος κατέβασε το όπλο.
“Έχετε ψυχή τσοκ. Εφύγετε, τρεχάτε. Θα κάμω σα να μη σας είδα”.
Στρίψαμε να φύγουμε με γέλια, μα έπαψα λίγο και τον ρώτησα που είναι ο
Σουλεϊμάν.
“Τον εσφάξανε. Έμπαζε στο στρατόπεδο παράνομα πράματα”.


Έμεινα μετέωρος, να κοιτάω τον ορίζοντα. Ο Σουλεϊμάν είχε αποθάνει για μένανε.
Πόσους άλλους θανάτους θα έφερνα; Μέσα στον υπνωτισμό μου, με άρπαξαν από
τες μασχάλες ο Κωσταντής και άλλος ένας, και με τραβήξανε στη σκοτεινιά.
Περπατάγαμε μερόνυχτα ολάκερα, και εκοιμόμαστε σε σπηλιές και σάπια φύλλα. Δεν
ήταν μία ούτε δύο οι φορές που ήπιαμε και ούρα, για να επιβιώσουμε, ή που
ξεπλύναμε κόπρανα ζώων για να φάμε αποφάγια.


Περπατάγαμε όλη τη νύχτα και τη μισή άλλη μέρα. Εβρήκαμε έναν οικισμό, και
σκεφτήκαμε πως θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε κανονικά, επιτέλους, και να πιούμε
ένα καθαρό ποτήρι νερό, καθαρό! Είχα να πιω απ’ όταν, σαν είπα πριν, ήμουνα
κουτσούβελο. Αγκαλιαστήκαμε και γελάσαμε, εγώ κοίταξα τον Κωσταντή και
δάκρυσα. Ένας από τους άλλους τρεις, αλλόφρονας, έτρεξε προς τα σπίτια,
φωνάζοντας “Βοήθεια, συμπολίτες! Σώστε μας!”. Δεν είχαμε δει άλλους ανθρώπους
πέραν τού στρατοπέδου, εγώ τουλάχιστον, όσο θυμόμουν τον εαυτό μου. Αμυδρές
ήτανε οι εικόνες τής οικογένειάς μου.


Ξάφνου, ο τρεχάτος Έλλην ο φιλόδοξος, στέκεται ακίνητος. Μόλις είχαμε ακούσει
όλοι τον πυροβολισμό. Εκείνος σωριάστηκε μεμιάς, ξερός. Γυρίσαμε το κεφάλι μας,
όσο κρυβόμαστε στις φυλλωσιές τού άλσους, και είδαμε δέκα Τουρκαλάδες καβάλα
σε μαύρα κι άσπρα αλόγατα, εξωπλισμένοι με γιαταγάνια και όπλα, να φωνάζουν στα
Τούρκικα ότι αυτός ήτανε από τους Ρωμιούς που χάσανε, και ψάχνανε, λέει, άλλους
τέσσερις. Εμείς μπήκαμε πιο μέσα.


“Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε εκεί”! Είπα εγώ ψιθυριστά, μα οι άλλοι με
τράβηξαν για ακόμη μια φορά, και χαθήκαμε. Περπατήσαμε στο άλσος με προσοχή,
να μην κινήσουμε υποψίες, μέχρι που ήρθε το βράδυ, και ήτανε ώρα να κοιμηθούμε.
Όσο κοιμούνταν δύο, άλλοι δύο εφυλάγανε τσίλιες. Προτού να πέσουμε για ύπνο,
τραγουδήσαμε το Ρόδο Αμάραντο για τον πεσόντα επαναστάτη. Είχε έρθει το αλλάγι
μου. Θα ‘τανε τη νύχτα κοντά στις τρεις. Ακούσαμε καλπασμούς και χλιμιντρίσματα.
Αφηνιάσαμε εγώ και ο Κομμουνιστής -δε θυμάμαι ακόμα τ’ όνομά του- και
ξυπνήσαμε τους άλλους, βαρώντας και φωνάζοντας. Ο Κωσταντής πετάχτηκε όρθιος,
αλλά ο άλλος εκοιμούνταν βαθέα.


“Σήκω, ρε, θα μας σφάξουνε”!
Οι φωνές των Τουρκαλάδων όλο και δυνάμωναν, και τώρα πατάγανε και φύλλα, μας
είχανε βρει. Είχαμε τεντώσει, πάνω απ’ τους κοιμισμένους μια φυλλωσιά, μα
εφαίνουνταν τα πόδια τους, και θα τον καταλάβαιναν.
“Πρέπει να φύγουμε”! Φώναξε ο Κωσταντής.
“Κανένας δε μένει πίσω”! Ούρλιαξε ο Κομμουνιστής, και άρχισε να χαστουκίζει τον
κοιμισμένο μανιακώς.


Ξάφνου, έβαλε τα δάχτυλα στον λαιμό, και κάτι σκέφτηκε. Ήτανε μορφωμένος, εμείς
δεν εξέραμε από τέτοια. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
“Είναι πεθαμένος. Δεν ακούω την καρδιά του”.
Εκοιτάξαμε στο χέρι του, και είχε παραχωμένα κάτι κοκκινωπά μούρα. Ο
Κομμουνιστής, που είχε κάνει και άλλους αγώνες, σαν έφηβος, και ήξερε από τέτοια,
μας είχε πει να μη φάμε ποτέ από τα κόκκινα μούρα. Κάποιος έκοβε με μανία τις
κληματσίδες, και ακούστηκαν τα γιαταγάνια. Εμείς ετρέξαμεν και αφήσαμε τον
τέταρτο από εμάς πίσω. Εκείνον τον ελέγανε Μανώλο. Ο Κωσταντής είπε ότι τώρα
θα πήγε με τον Θεό.


Η πείνα ήτανε βαριά τόσο, που δε θυμούμαι καν καλώς-καλώς όσα έγιναν μετά.
Τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε, πίναμε νερό από ποτάμια, κυνηγήσαμε και μια αντιλόπη, μαι
φορά, μα δεν την πιάσαμε. Κάθε τρεις και λίγο, εβγαίναμε από το άλσος, και
πηγαίναμε αλλού, να τους αποσυντονίσουμε. Οι Τουρκαλάδες εμπαίνανε στα χωριά,
ληστεύανε, και κοιμούνταν κιόλας. Λένε ότι κλέβανε και γυναίκες.
Ύστερα από μια βδομάδα τέτοιας κούρασης, ο Κομμουνιστής που κράταγε τσίλιες,
μας ξύπνησε ματωμένος. Λέει τα είχε βάλει μόλις με έναν λύκο. Είχαμε όλες τις
δυσκολίες, μα δεν περιμέναμε και τα ζώα, ακόμη, να είναι ενάντιά μας. Τον
περιποιηθήκαμε, τον δέσαμε με φύλλα, σκίσαμε και λίγα ενδύματα για γάζες. Μια
από ‘κείνες τις βραδιές, μας ξύπνησαν φωνές.


“Τρέξτε, τρέξτε να σωθείτε”!
Φώναζε ο Κομμουνιστής. Τονε ρωτήσαμε τι γέγονε, και μας είπε πως τον πετύχανε
από μακριά οι Τούρκοι, και ότι θα μας βρίσκανε, άμα τον σώζαμε. Μας φώναξε να
φύγουμε, κι έβλεπες το πάθος στους οφθαλμούς, ωσάν να μας διάταζε. Εμείς τρέξαμε
φοβισμένοι. Σα φτάσαμε σε έναν λόφο, και είδαμε μακριά, τον οράσαμε να βγαίνει
από το δάσος και να ανοίγει τα χέρια, τραγουδώντας με παλικαρίσια φωνή
Ένα το χελιδόνι, κι η άνοιξη ακριβή,
για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή.
Θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς.
Θέλει κι οι ζωντανοί, να δίνουν το αίμα τους!
Και ύστερα του ρίξανε οι Οθωμανοί, και τον ξαπλώσανε.


Ήταν κοντινός μας, είχε γίνει αδερφός μας. Αυτή η τουφεκιά μάς έκανε να νιώθουμε
ότι τη φάγαμε εμείς. Τώρα καταλάβαμε πόσο σοβαρό ήταν, κι επειδή δε θα άντεχε
κανείς από εμάς να χάσει τον άλλον, ‘γω κι ο Κωσταντής το υποσχεθήκαμε ο ένας
στον άλλον πως θα τα καταφέρουμε να κατέβουμε όσο κάτω γίνεται. Ο πατέρας μου
μου είχε μάθει γεωγραφία, και θυμόμουν ένα πράγμα: πως αν πηγαίναμε αρκετά
κάτω, ίσως σε δύο μέρες, θα περνούσαμε ένα μεγάλο αυλάκι, όπως έλεγε, και θα
φτάναμε στην Πελοπόννησο, μια γη όπου κανένας Τούρκος δε θα περνούσε.
Κι όμως, η Πελοπόννησος ήταν πολύ πιο κάτω απ’ ό,τι περιμέναμε, μα, κάθε μέρα
που έδυε ο ήλιος, λέγαμε πως ήταν η τελευταία μακριά από τον παράδεισο. Όχι
αυτόν τού θανάτου, αλλά αυτόν τον επίγειο.

Δεν ξέρω πόσον καιρό περιμέναμε να
δούμε αυτήν την όαση, μα ήταν κοντά μήνα. Άμα περπατάγαμε οργανωμένα μέρα-
νύχτα, θα μας έπαιρνε γύρω στις οχτώ μέρες, μα τα πράγματα δεν ήταν ιδανικά.
Ήταν κοντά ξημέρωμα. Περπατάγαμε με τον Κωσταντή και πιανόμαστε ο ένας από
την πλάτη τού άλλου, λες και θα χορεύαμε χασάπικο. Δεν ξέραμε τα βήματα, και
μερικές νύχτες, όταν ακόμη οι άλλοι ήταν μαζί μας, χωρίς να ξέρουμε βήματα, χωρίς
να ξέρουμε μουσικές, απλά χορεύαμε και βγάζαμε αυτό που νιώθαμε. Ο χορός και η
ζωή, ένα κοινό έχουν: δε χρειάζεται να ξέρεις τα βήματα.


Στο βάθος είδα μία θάλασσα. Ούτε γέφυρα να την περνά, ούτε τίποτε. Τούτο δεν
ήτανε αυλάκι. Τρέξαμε στο λιμάνι, και μια βάρκα μόλις απόδενε κι έφευγε. Μέσα
ένας γέρος, σα μοιραίος βαρκάρης.
“Καλέ μου άνθρωπε”! Φώναξα. “Πού είμαστε”;
“Στον Αμβρακικό κόλπο, δε βλέπεις στο βάθος; Τούτη είναι η Πάτρα”.
Του είπα την ιστορία μας. Δεν κατάλαβα άμα μας πίστευε, μα δεν είχαμε χρόνο, αφού
δεν ξέραμε καν πού ήταν οι διώχτες μας.


“Θα μας περάσεις απέναντι; Και να σ’ έχει η Παναγιά καλά”, είπε ο Κωσταντής.
Εκείνος δέχτηκε, και μας κουβάλησε ως τα απέναντι με τη βάρκα του. Εγώ κοιτούσα
τον έναστρο ουρανό, τον ουρανό τής ελευθερίας. Σιγά-σιγά, το φως διέλυε το
σκότος, και, καθώς φτάναμε στην ακτή, ένιωθα ένα δέος προς το αγαθό τής
ελευθερίας. Άκουγα τα κύματα να χτυπάνε στο ξύλινο περίγυρο της βάρκας, τα
κουπιά να κουνιούνται, και τον γέρο να κάνει κόπο να κουνηθεί. Εγώ προσφέρθηκα
να τον βοηθήσω, μα αρνήθηκε. Ο γέρος άρχισε να τραγουδά, κι εγώ τον συνόδευσα.
“Φτάσαμε”, είπε ύστερα. Εγώ κατέβηκα και άρχισα να φιλάω το χώμα, πεπεισμένος
πως εκεί θα έβρισκα την ελευθερία που ποθούσα.


“Κωσταντή! Κωσταντή φτάσαμε! Όχι, πια, άλλοι Τουρκαλάδες”!
Ο Κωσταντής είχε πλαγιάσει και είχε κοιμηθεί από την κούραση. Δεν είχε ούτε
Τούρκο, ούτε λύκο, και ξάπλωσε να κοιμηθεί σε κάτι στρωσίδια πόχε ο βαρκάρης.
Τον εσκούντησα. Δε σάλεψε διόλου.
“Σήκω, ρε! Θα πάμε να κοιμηθούμε σαν άνθρωποι, για πρώτη φορά! Σήκω”!
Δεν κουνιόνταν. Όπως είχε κάνει κι εκείνος, έφερα τα δάχτυλα μου και ακούμπησα
τον λαιμό του, μα δεν ένιωθα αίμα να κυλά. Ο βαρκάρης με έκανε παράμερα, και
κοίταξε κι αυτός.


“Ο φίλος μας είναι νεκρός. Κρύο, κούραση και πείνα”…
Πάγωσα. Αν ήταν δυνατόν να πεθάνει εδώ! Όχι! Όχι, δεν το πίστευα! Δάκρυσα,
έκλαψα, και έκανα βήματα πίσω, δεν πίστευα σε αυτό που άκουγα. Πες μου ότι
κάνεις πλάκα, ρε γέρο! Πες μου! Έτρεξα, όσο μπορούσα, έτρεξα, ούτε κρύο
λογάριαζα, ούτε δίψα, ούτε πείνα.


Έτρεξα, μήπως τον δω, κάποια στιγμή να τρέχει δίπλα μου.
Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
Να χορέψουμε μαζί και πάλε.
Και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
Να μη μας κυνηγά Τούρκος ουδείς.
Οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων
Μα δεν τον έβλεπα!
Μακρινή μητέρα, ρόδο μου, ρόδο αμάραντο
[Έτρεχα…]


Να μην τον δω τουφεκιασμένο.
Στ’ ανοιχτά τού πελάγου με καρτέρεσαν
Να μην κοιμάται στην κρύα νυχτιά.
Με μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε
Να στέκεται πλάι μου, στη νέα ζωή που του άξιζε.
Αμαρτία μου να ‘χα κι εγώ μιαν αγάπη
Μα δεν τον έβλεπα!
Μακρινή μητέρα, ρόδο μου, ρόδο αμάραντο
[Έτρεχα…]


Και τώρα έβλεπα τον επίγειο παράδεισο.
Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
Όπου θα έπρεπε να είμαστε μαζί.
Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
Ελεύθεροι, πρώτη φορά.
Την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν
Μα δεν τον έβλεπα!
Μακρινή μητέρα, ρόδο μου, ρόδο αμάραντο
[Έτρεχα…]


Πέρασα όλον αυτόν τον παράδεισο, όλα τα κτίρια, τα σπίτια, τις πόλεις. Όταν πια
είχα ξεμείνει από ανάσα, καθώς είχα ήδη σταματήσει κάμποσες φορές, ξέσπασα σε
κλάματα. Μα θα πέθαινα κι εγώ από τη δίψα, αν συνέχιζα έτσι. Ήθελα ένα ποτήρι
καθαρό νερό. Χτύπησα το ξύλο μιας πόρτας, και μια γερόντισσα γριά βγήκε. Με είδε
πονεμένο, και μαζεύτηκε.
“Σε χαιρετώ, γερόντισσα”… Είχα να δω γυναίκα πολύν καιρό… Είχα ξεχάσει τη
θωριά τους. Ήταν… τόσο διαφορετική.
“Πού είμαι”;
“Στα Βραχναίικα, γιε μου”.
“Μπορείς να μου δώσεις ένα ποτήρι νερό; Σε ικετεύω”!
“Εδώ, πιο κάτω, θα βρεις μια πηγή. Πιες όσο τραβάει η ψυχή σου”, και μου έκλεισε
τη θύρα.


Ωστόσο, γρήγορα κατάλαβα πως δεν υπήρχε ούτε πηγή, ούτε τίποτα. Αυτή η
γερόντισσα αρνήθηκε να μου δώσει να πιω ένα νερό… Από Τούρκο, το περίμενα. Μα
να μου αρνηθεί την πιο απλή βοήθεια, ακόμη και το ίδιο μου το αίμα; Τώρα, πια,
είμαι γέρος και ανήμπορος. Έκανα οικογένεια και σπίτι, δούλεψα τίμια.
Σε λίγο καιρό, θα φύγω από τον σάπιο τούτο κόσμο. Πόσες ακόμη γενιές, θα ζήσουν
σε αυτόν;…


Τεκμήρια από την Γεννάδειο Βιβλιοθήκη:

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *