Η Αυτοκτονία – Διήγημα

Latest Comments

Είμαι ο Λώλας Θεοφάνης, και είμαι έφηβος συγγραφέας και σεναριογράφος. Το παρακάτω διήγημά μου, έλαβε μέρος και βραβεύτηκε στον διαγωνισμό λογοτεχνίας με θέμα τα “Πράσινα Εγκλήματα“. Πρόκειται για τη μάχη ενός ανθρώπου ενάντια σε τοξικά απόβλητα, του οποίου η ζωή κόβεται απότομα, ύστερα από την αυτοκτονία του. Ή μήπως… όχι; Ο κύριος Διαμαντίδης θα βρει την απάντηση. Αν προλάβει…

Η Αυτοκτονία

Ο κύριος Διαμαντίδης έβαλε κάτω τα στοιχεία άλλη μια φορά. Στον κεντημένο με άλικες κλωστές
χάρτη του μυαλού του, δεν έβγαζε άκρη από καμιά γωνία: αυτή η σφαίρα που είχε διαπεράσει το
τζάμι και είχε πετύχει τον ατυχή κύριο Παπαδόπουλο στο κρανίο, φαινόταν σα να ήρθε από το
πουθενά: καμία κάμερα, κανένας μάρτυρας. Και όμως, ο κύριος Παπαδόπουλος ήταν νεκρός, με
ένα όπλο στο χέρι του. Η υπόθεση θα έκλεινε ως αυτοκτονία, μα ο κύριος Διαμαντίδης ήταν
εύστροφος, και δεν επέτρεψε στους κουτοπόνηρους συναδέλφους του να τη θάψουν. Εδώ υπήρχε,
ξεκάθαρα, δολοφονία. Και το είχε βάλει στόχο να βρει τον φονιά.


Παρ’ όλα τα έπεα πτερόεντα που ειπώθηκαν, ωστόσο, η υπόθεση μένει ανοιχτή πάνω από τρεις
μήνες, και η έρευνα φαντάζει στάσιμη.
“Κάτι μού διαφεύγει, δε γίνεται αλλιώς”.
Σίγουρα κάτι σας διαφεύγει, κύριε Διαμαντίδη. Ας βάλουμε τα πράγματα κάτω. Ο ντετέκτιβ έβαλε
τις παντόφλες του, φόρεσε τη ρόμπα του, κι έκατσε να του κάνουν συντροφιά οι φλόγες στο τζάκι
και τα κάρβουνα. Έστριψε τη μουστάκα του, πήρε την πίπα του, έκατσε στην κουνιστή καρέκλα
του, και ξαναέπαιξε σαν ταινία στο μυαλό του όσα είχαν γίνει: έκανε αυτό το αλλόκοτο, ώρες-ώρες.
Άλλοι το έλεγαν χάρισμα, άλλοι παραξενιά.


Έκλεισε τα μάτια του, τότε, και μεταφέρθηκε πριν τρεις μήνες, σε εκείνο το εξοχικό σπίτι, όπου
είχε αναφερθεί ο πυροβολισμός. Τα περιπολικά κύκλωσαν το σημείο, μα γρήγορα ακύρωσαν την
ειδοποίηση, μόλις αντιλήφθηκαν την “αυτοκτονία”.
“Αυτοκτονία! Αυτοκτονία”! Κραύγασε ο ντετέκτιβ. “Πόσο ηλίθιοι, πια, που δεν μπορούν ούτε να
διακρίνουν τα σπασμένα γυαλιά μέσα στο σπίτι; Ήταν ΦΟΝΟΣ”!


Και πάλι, μιλούσε μόνος του. Ηρέμησε, σαν θυμήθηκε πως οι φωνές του ήταν μάταιες, και για άλλη
μια φορά μπήκε στον οίκο τής περισυλλογής. Φορούσε το αγαπημένο του παλτό, εκείνη την ημέρα.
Παράξενος άνθρωπος, μα λαμπρός. Έφερε, λοιπόν, στον νου, όταν έσκυψε πάνω από το σώμα του
κύριου Παπαδόπουλου. Ήταν ξαπλωμένος δίπλα από το γραφείο του, κρατώντας ένα βιβλίο στα
χέρια.


“Τι το ψάχνεις, ρε Βενέδικτε”; Τον ρώτησε ένας συνάδελφος. “Αυτοκτονία, λέμε, βγάζει μάτι”!
Είχε ακούσει αυτήν την ατάκα εκείνη τη μέρα, αρκετές φορές για να τη σιχαθεί η ψυχή του.
“Αυτοκτονία! Μα πώς είναι δυνατόν να είσαι τόσο κοντόφθαλμος, μωρέ Βαγγέλη; Σοβαρολογείς;
Δε βλέπεις ότι το τζάμι έσπασε από έξω; Ούτε και ότι ο κύριος Παπαδόπουλος διάβαζε βιβλίο; Εσύ,
αλήθεια, αν ήθελες να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα, τι συγγραφέα θα επέλεγες”;
Ο Βαγγέλης αντιλήφθηκε την ειρωνεία μεμιάς, και σώπασε.
“Όλο σαρκασμός, μα πού αποτέλεσμα; Εγώ σού προτείνω τρόπο η υπόθεση να κλείσει, μα εσύ δεν
τον θες! Πάρε τ’ αυγό σου και κούρεφ’ το”!
Την ίδια ημέρα, το αφεντικό είπε αυτολεξεί:
“Έχεις τρεις μήνες. Και άμα οι συνωμοσίες σου αποβούν άκαρπες, να μην ξαναπατήσεις στο
γραφείο μου”!


Αυτό του το ένστικτο, πολλές φορές τον βοηθούσε στο παρελθόν, μα δεν έβρισκε σχεδόν ποτέ
σύμφωνο τον αρχηγό του. Αυτή τη φορά, όμως, στόχευε σε προαγωγή! Έπρεπε να καταλάβει τι
συνέβαινε!
Έβαλε λίγο κονιάκ, τότε. Άνοιξε την εφημερίδα: αυτό το μπαράζ λέξεων, εικόνων και ιδεών, που
έμπαινε σα χείμαρρος στον νου, πολλές φορές του έφερνε αναλαμπές. Διάβασε τις επικεφαλίδες:
Σκοτώνεται ο διάσημος ποιητής Εμμανουήλ Παπαδόπουλος από πυροβολισμό, διάσημος ντετέκτιβ
απορρίπτει την ιδέα τής αυτοκτονίας


Μεγάλη άνοδος στις μετοχές τής εταιρίας <<Νέμεσις>>
Αυξημένες τιμές κρέατος, και άλλων βασικών
Μεγάλες τιμές τοξικών ουσιών σε άλσος τής Ηπείρου, επιστήμονες προειδοποιούν
Αυτό ήταν! Έπαψε, και το ξαναδιάβασε.
Μεγάλες τιμές τοξικών ουσιών σε άλσος τής Ηπείρου, επιστήμονες προειδοποιούν


Αυτό κάτι του έλεγε, μα δεν καταλάβαινε τι. Πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα, και άρχισε να
σκέφτεται έντονα. Απόβλητα… Περιβάλλον… Τοξικές ουσίες…
“Εύρηκα”! Αναφώνησε όλο γηθοσύνη: ευκαιρία έψαχνε να πει αυτήν την έκφραση, βασικά.
Πετάχτηκε μες στην άγρια νυχτιά -κάπου δώδεκα;…- και, αρπάζοντας το παλτό, έσπευσε στο
κατώφλι, έφτασε στο αστυνομικό τμήμα.


“Θέλω ένταλμα”! Είπε λαχανιασμένος -δεν οδηγά, βλέπεις, το θεωρεί για τους κοινούς
ανθρώπους… “Θέλω ένταλμα για τη σκηνή του εγκλήματος”!
“Ένταλμα τέτοια ώρα”; Ένας όλος κι όλος εφημερεύων. “Έλα αύριο στις οχτώ”.
“Όχι, δεν έχω χρονικό περιθώριο! Αύριο λήγει η προθεσμία μου, πρέπει σήμερα να λύσω την
υπόθεση”!
“Δε γίνονται αυτά που λες, άνθρωπέ μου. Α, εσύ είσαι εκείνος ο τρελός ο ντετέκτιβ που λένε όλοι,
ε; Δεν πας σπιτάκι σου, λέω ‘γω”;
“Καλά, μη μου δώσεις ένταλμα. Απλά πήγαινέ με ως εκεί”.
“Μη χασομεράτε τις αρχές, κύριέ μου. Αυτό είναι κακούργημα. Επιπλέον, μιλάμε για παράνομη
δουλειά”.
Αυτά τα δύο χιλιάδες ευρώ που έβγαλε από την τσέπη του και έβαλε επάνω στο γραφείο, έκαναν
τον αστυνομικό να το ξανασκεφτεί. Ε, ίσως μια παρασπονδία να μην έβλαπτε…

Στην πραγματικότητα, ένα πράγμα μονάχα θα κέρδιζε από όλο αυτό: θα αναπτερωνόταν ο εγωισμός
του. Δεν τον ένοιαζε η απονομή δικαιοσύνης, μονάχα ήθελε εκείνος ο δολοφόνος, εκεί έξω, να μπει
στην καζάρμα και να λέει “εκείνος ο πανέξυπνος ντετέκτιβ, είναι που με έβαλε εδώ μέσα”… Και θα
το κατάφερνε. Πια είχε τελειώσει η προθεσμία: η ώρα έφτασε δέκα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα,
περίπου. Μα είχε ως το πρωί. Στις δώδεκα και μισή, ήταν μπροστά στο σπίτι με τις κόκκινες
κορδέλες.
“Κάνε γρήγορα. Δε θέλω να μπλέξω”!


Ο κύριος Διαμαντίδης, περπάτησε αργά, βεβαιώνοντας πως δεν ακουμπούσε τίποτα. Περπάτησε
στο γραφείο. Φαντάστηκε μπροστά του το σώμα. Ήταν ήρεμο, κανένα σημάδι αιφνιδιασμού. Αυτό
ταίριαζε ακόμη καλύτερα στην υπόθεση περί “αυτοκτονίας”. Μα κάτι δεν κόλλαγε. Ήταν ξεκάθαρο
πως το τζάμι είχε σπάσει από έξω: αυτό δεν το αμφισβήτησε κανείς. Όμως το διεφθαρμένο,
θρασύδειλο σύστημα, κάλυψε την πασιφανή αλήθεια. Σαν κάτι να ήξερε παραπάνω… Πρόσεξε τα
πάντα, έως και εκείνη την τρύπα στο πόδι του τραπεζιού, μάλλον θα το είχαν φάει οι σκόροι, ήταν
τόσο ασύμμετρο, που τον προβλημάτιζε, και όμως, τρυπημένο με τρόπο βίαιο, ακαριαίο.


Εκείνο το βιβλίο που ο διάσημος ποιητής κρατούσε, τώρα ήταν ακουμπισμένο στο γραφείο, ούτε
που σκέφτηκε κανείς να το μελετήσει. Ο κύριος Διαμαντίδης έβαλε τα γάντια του, και άρχισε να το
ψάχνει. Ήταν ένα βιβλίο που μιλούσε για την καταστροφή των θαλασσών από το πετρέλαιο.
Επρόκειτο για την ιστορία ενός γλάρου, που πεθαίνει λόγω αυτού του οικολογικού εγκλήματος, και
αφήνει το παιδί του μόνο. Από το βιβλίο, κατάλαβε γρήγορα ο ντετέκτιβ, έλειπαν δύο σελίδες. Η
δέκατη τρίτη και η εικοστή δεύτερη. Αυτά τα νούμερα σίγουρα είχαν κάποιο νόημα, μα η σύνδεση
του διέφευγε. Ύστερα, έψαξε τα βιβλία στα ράφια.


Είχε να κάνει με έναν άνθρωπο που είχε χάσει τη γυναίκα του, που αγαπούσε πάνω από τριάντα
χρόνια. Εκείνη έπαθε καρκίνο του πνεύμονα, κι εκείνος είχε δηλώσει πως τα καυσαέρια και η
ρύπανση ήταν αυτά που την καταδίκασαν. Η άποψή του αυτή χλευάστηκε, και τα ποιήματά του
έχασαν την επιρροή τους. Αφιερώθηκε, από τότε, στο να βάλει ένα τέλος σε αυτό το έγκλημα, διότι,
όπως έλεγε ο ίδιος, “επρόκειτο περί εγκλήματος μεγάλου, μεγαλύτερου ακόμη και από τον φόνο,
διότι ο φόνος σκοτώνει έναν, μα τα περιβαλλοντικά εγκλήματα, σκοτώνουν τα πάντα. Όχι μόνο
ανθρώπους”. Αυτό, ίσως, να εξηγούσε τις στοίβες εφημερίδων που αφορούσαν απόβλητα σε
θάλασσες, απορρίμματα σε ακτές, καυσαέρια, καταστροφή οικοσυστημάτων, ζωικά είδη υπό
εξαφάνιση, παράνομη αλιεία, λαθροθηρία.


“Ήταν άνθρωπος με πάθος. Κρίμα που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει όσα είχε φανταστεί”.
Υπέθεσε πως αυτές οι εφημερίδες μπορεί να του φαίνονταν χρήσιμες. Στην τσάντα του είχε και μία
φωτογραφική μηχανή, διότι θεωρούσε πως τα κινητά τηλέφωνα δεν ήταν ασφαλή, και
παρακολουθούνταν.


Ξάφνου, είδε μια σειρά τριών βιβλίων που έμοιαζαν αλλιώτικα. Ο ντετέκτιβ έκανε αυτά στην άκρη,
και από πίσω είδε ένα χρηματοκιβώτιο. Όπως ακριβώς το περίμενε: είχε έναν τετραψήφιο κωδικό,
στον οποίο ταίριαζαν τέλεια οι σελίδες: 1322. Ακούστηκε ο ήχος, και η πόρτα άνοιξε. Μέσα
περίμενε να βρει κάτι που θα τα άλλαζε όλα, κάτι που θα του έδινε λίγο παραπάνω χρόνο, πριν
κλείσει η υπόθεση.

Και, εκ πρώτης όψεως, δεν είδε κάτι τέτοιο: ήταν ένας φάκελος. Ένας απλός
φάκελος. Και όμως, το χαμόγελο είχε απλωθεί στο πρόσωπό του, διότι είχε κάνει ένα μεγάλο βήμα
μπροστά. Τράβηξε τον φάκελο γρήγορα, έκλεισε την πόρτα, κάλυψε το κενό, και κοντοστάθηκε.
Αργά, τότε, με τρεμάμενα χέρια, άνοιξε και διάβασε το περιεχόμενο. Ήταν η φωτογραφία ενός
κυβικού δέματος μεγέθους όσο περίπου ένα βάζο, και τρία γράμματα: όλα τους γραμμένα σε
γραφομηχανή. Πρόσεξε, τότε, κάτι εκπληκτικό: όλα τα γράμματα “κ”, προεξείχαν από τη γραμμή.
Επρόκειτο για μια ιδιαιτερότητα της γραφομηχανής, και αυτό θα του φαινόταν χρήσιμο. Τα
γράμματα, έλεγαν:


Κύριε Παπαδόπουλε, καλησπέρα σας.
Ο ζήλος που δείχνετε στα γράμματά σας είναι εμφανής. Οι υποθέσεις σας περί παράνομων μολύνσεων
των λιμνών κοντά στις εγκαταστάσεις μας, είναι αβάσιμες. Πιθανότατα έχετε μπερδέψει τη δική μας
με κάποια άλλη εταιρία. Ανοιχτά, ωστόσο, επιτίθεστε στην επιχείρησή μας, με ομιλίες και άλλα,
αθέμιτα μέσα.
Σας ζητούμε να σταματήσετε τις παραπάνω ενέργειες, και να δεχτείτε το ποσό των δέκα χιλιάδων
ευρώ που σας προσφέρουμε, ώστε να μην εμπλακείτε ξανά σε αυτές τις υποθέσεις. Δεν παραδεχόμαστε
ενοχή, παρά μόνον σας ζητούμε να ολοκληρωθεί αυτή σας η λανθασμένη απόπειρα ειρηνικά.


Κύριε Παπαδόπουλε, καλησπέρα σας, και πάλι.
Κατόπιν της δημόσιας ομιλίας σας περί απειλητικών γραμμάτων που ισχυρίζεστε πως λάβατε από
εμάς, αποφασίσαμε να αποσύρουμε την προσφορά μας, και πρόκειται να σας μηνύσουμε για
συκοφαντική δυσφήμιση. Απαιτούμε να σταματήσετε κάθε έρευνα ή απόπειρα μποϊκοτάζ και
προπαγάνδας απέναντι στο πρόσωπό μας, ειδάλλως θα υπάρξουν οι νομικές συνέπειες.


Κύριε Παπαδόπουλε, δε χαιρόμαστε που εξαναγκαζόμαστε να σας επαναποστείλουμε σημείωμα.
Το εξώδικο που δεχτήκατε από την εταιρία μας, το οποίο κατόπιν αποπληρώσατε με το ζητούμενο
χρηματικό ποσό, φαίνεται πως δεν πτόησε τη θέλησή σας για αυτό που ο ίδιος αποκαλείτε δικαιοσύνη.
Επιμένετε στο να κυνηγήσετε την εταιρία μας, πιθανότατα με υστερόβουλους σκοπούς, δίχως καμία
αδιάσειστη απόδειξη περί της ενοχής μας.
Στην περίπτωση που δε δεχτείτε να πάψετε τις απόπειρές σας, τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε θα
είναι πολύ πιο ακραία από ένα απλό εξώδικο.


Αυτό ήταν το τελευταίο γράμμα της επικοινωνίας των δύο πλευρών. Ίσως ο κύριος Παπαδόπουλος
να μη φοβήθηκε να στείλει πίσω γράμμα. Ένας απλός άνθρωπος θα αναρωτιόταν για ποιον λόγο τα
μηνύματα δε βρίσκονταν σε ηλεκτρονική μορφή, μα το πανούργο μυαλό του κύριου Διαμαντίδη
είχε βρει την απάντηση: ώστε να μην υπάρχει απόδειξη για την ταυτότητα του αποστολέα. Εύκολα,
έτσι, θα μπορούσε ο εκβιαστής να αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή με τα γράμματα. Μόλις είχε
πετύχει το τζάκποτ: η απάντηση ήταν απλή. Οποιοσδήποτε έστειλε αυτά τα σημειώματα, πιθανώς
να ήταν και ο δολοφόνος του ηλικιωμένου, αυτού, ακτιβιστή.

Ίσως να ήταν αυτός που, μέσα στη νύχτα, πυροβόλησε από το άλσος, έσπασε το τζάμι, και πέτυχε
τον κύριο Παπαδόπουλο στο κεφάλι, ενώ διάβαζε το αγαπημένο του βιβλίο, ή ενώ είχε μόλις σκίσει
τις σελίδες. Γιατί, ωστόσο, να τις σκίσει, αλήθεια; Οι ερωτήσεις ήταν πολλές, τόσες, που ο κύριος
Διαμαντίδης δεν προλάβαινε να τις επεξεργαστεί. Έπρεπε την επόμενη ημέρα, να παρουσιάσει τα
στοιχεία στον διοικητή, ώστε η υπόθεση να μη θεωρηθεί λήξασα. Έβαλε τα γράμματα στην τσέπη,
κι έπεσε για ύπνο ήρεμος, πρώτη φορά από τότε που άνοιξε η υπόθεση.


Την επόμενη ημέρα, αχάραγο, αράδιασε στο γραφείο του διευθυντή τα χαρτιά.
“Πολύ ενδιαφέρουσα ανακάλυψη, αγαπητέ”, είπε ο διευθυντής. “Πώς τα βρήκες, όμως, αυτά; Το
μέρος είναι κλειστό”.
Ο ντετέκτιβ δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Είχε αναλωθεί τόσο στο να ψάχνει τα στοιχεία, που του
διέφυγε πως έπρεπε, κάπως, να καλύψει τη δική του παρανομία.
“Κατανοείτε τι βρήκα; Ο δολοφόνος είναι εκεί έξω, και γελά με την αδυναμία της Ελληνικής
Αστυνομίας! Τι κι αν εγώ έκανα μια μικρή παρασπονδία, όταν ο φονιάς θεωρεί πως μας ξεγέλασε”;
Είχε μόλις αγγίξει τον εγωισμό του αφεντικού του, κάτι που ήξερε πως θα τον έσωζε.
“Μπορώ να κανονίσω να σου βγάλω ένα ένταλμα για τη σκηνή του εγκλήματος, που θα έχει τη
χθεσινή ημερομηνία… Αλλά θέλω και άλλες αποδείξεις, θέλω ονόματα, θέλω ένοχο. Αυτά είναι
απλά χαρτιά. Στο κάτω-κάτω της γραφής, ο κύριος Παπαδόπουλος μπορεί όντως να αυτοκτόνησε,
ύστερα από το τελευταίο γράμμα”.


Ο ντετέκτιβ είχε μείνει άναυδος. Θα έπιανε αυτόν τον φονιά, είτε έπρεπε να το κάνει μόνος είτε με
βοήθεια. Μα, όσο ζούσε και ανέπνεε, εκείνος ο ελεεινός δολοφόνος, δε θα το έσκαγε ελεύθερος!…
Όλη μέρα, ανέλυσε πρόσωπα και εικόνες. Είχε πειστεί πως ο ένοχος ήταν αυτός που -στα αλήθεια-
μόλυνε με τα απόβλητά του τις λίμνες, και που φοβήθηκε πως η επιρροή που ασκούσε αυτός ο
συγγραφέας θα τον διέλυε. Ο φόνος ήταν η μόνη λύση: δε θα κατέφευγαν στην αστυνομία για να
εμποδίσουν τις, συχνά παραβατικές, έρευνες του θύματος, διότι είχαν λερωμένη τη φωλιά τους. Και
ο κύριος Παπαδόπουλος το ήξερε πολύ καλά αυτό.


Πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Την ίδια νύχτα, με τη συνοδεία δύο καλών φίλων του,
αστυνομικών, οι οποίοι έχασαν κάποιο στοίχημα, επισκέφθηκε την κυρία Αιμιλία Ευφραιμίου, την
ιδιοκτήτρια της εταιρίας που ο κύριος Παπαδόπουλος με τόσο ζήλο είχε αποφασίσει να εξαλείψει.
Και όμως, την πόρτα δε τη χτύπησε σαν ντετέκτιβ, αλλά σαν ένας κοινός αστυνομικός, χωρίς
ενδυμασία.


“Η κυρία Ευφραιμίου”;
“Η ίδια”.
“Συγγνώμη για την ενόχληση. Βλέπετε, μένω στην πολυκατοικία απέναντι, και είμαι στο επάγγελμα
αστυνομικός. Δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από έναν γνωστό μου σε αυτό το κτίριο, που αναφέρει
ηχορύπανση να προέρχεται από το διαμέρισμά σας”. Της έδειξε και κάτι σα διαβατήριο. Στην
πραγματικότητα, αν το πρόσεχε κανείς, θα έβλεπε πως δεν ήταν αληθινή ταυτότητα αστυνομικού,
αλλά ένα απλό πορτοφόλι, όμως έκανε την κίνηση φευγαλέα. “Δε θεωρώ πως είναι βάσιμες οι
κατηγορίες, μα θα πρέπει, καθαρά τυπικά, να κάνω έναν πεντάλεπτο έλεγχο”.
“Πα– παρακαλώ, περάστε… Πραγματικά, ξαφνιάζομαι”!

Ο κύριος Διαμαντίδης μπήκε στον χώρο, και άρχισε να περπατάει αργά, ελπίζοντας πως κάτι θα
βρισκόταν, κάτι απλό, που θα του έδινε κίνητρο να ξεκινήσει συζήτηση με τη γυναίκα αυτή. Επάνω
στο τραπεζάκι του σαλονιού, είδε ακουμπισμένα κάτι χαρτιά.


“Είστε συγγραφέας; Βλέπω ότι αυτά είναι γραμμένα σε υπολογιστή, αλλά έχουν και μερικές
διορθώσεις”…
“Μόνο ερασιτεχνικά”…
“Αν θελήσετε εκδότη, έχω έναν πολύ καλό φίλο”.
“Ναι… Ολοκληρώσατε τον έλεγχο”;
Η γυναίκα φαινόταν ανήσυχη, κάτι που έλεγε στο λαγωνικό-ντετέκτιβ πως αυτό που έψαχνε ήταν
κοντά.
“Βεβαίως… Φαίνεται πως όλα είναι καθαρά”… Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλον.
Δίπλα στην πόρτα, στεκόταν ένα κλειδοκύμβαλο, και επάνω στην κλειστή ουρά του, ένα κουτί
γραφομηχανής. Ένα ρίγος διαπέρασε τον ντετέκτιβ.
“Γραφομηχανή είναι αυτή; Αχ, έχω να δω μία τέτοια πάνω από είκοσι χρόνια”! Χωρίς να χάσει
χρόνο, άνοιξε το κουτί, και επεξεργάστηκε το περιεχόμενο. “Αυτή είναι παλιά”… Είπε, δήθεν με
θαυμασμό.
“Τέτοιες γραφομηχανές, έχουν συχνά φθορές… Να υποθέσω, αυτή δεν είναι λειτουργική, έτσι δεν
είναι”;
“Είναι, είναι”…
“Μου επιτρέπετε να τη δοκιμάσω”;
“Δε νομίζω ότι”…


Τότε, με μια απότομη κίνηση, ο ντετέκτιβ τράβηξε το όπλο του, και σημάδεψε την ύποπτο. Εκείνη
πάγωσε στη θωριά του όπλου. Ο ντετέκτιβ έβαλε ένα χαρτί, και ξεκίνησε να γράφει τυχαία
γράμματα. Ώσπου πάτησε και το κ. Ήταν καθαρά πιο ανυψωμένο από τα υπόλοιπα.
“Κυρία Ευφραιμίου, ομολογώ πως δεν έχω ένταλμα σύλληψης, αλλά μπορώ να το έχω σε πολύ
λίγο. Ή θα περιμένουμε εδώ, δύο ωρίτσες, και μετά θα με ακολουθήσετε στο τμήμα, ή θα έρθετε
από τώρα οικειοθελώς”.
“Επιθυμώ να καλέσω τον δικηγόρο μου”.
“Ακολουθήστε με στο τμήμα, και θα κανονιστούν όλα εκεί”.


Ο κύριος Διαμαντίδης, όταν ήταν βέβαιος πως είχε συλλάβει τον ένοχο μιας υπόθεσης, έκανε πάντα
το ίδιο: ή παρακολουθούσε τη δίκη του μέσω της τηλεόρασης, ή την ανάκρισή του. Μόνο που,
όπως έλεγε κι εκείνος, ακόμη δεν είχε κάνει το πρώτο, αφού τα στοιχεία ήταν πάντοτε τόσο
ατράνταχτα, που ο ένοχος ομολογούσε, και η δίκη δε διαρκούσε πολύ. Αυτήν την ανάκριση, την
παρακολούθησε από ένα διπλανό δωμάτιο. Ο ανακριτής και ο δικηγόρος, ήταν με την
κατηγορούμενη σε ένα δωμάτιο.


“Η πελάτης μου σας ακολούθησε οικειοθελώς, και θα την αφήσετε να φύγει κι εσείς οικειοθελώς”.
“Δε νομίζω. Βρήκαμε τη γραφομηχανή, η οποία έστειλε μερικά απειλητικά σημειώματα σε έναν
άνθρωπο που πέθανε από σφαίρα στο κεφάλι”.
“Το θέμα είναι πως η γραφομηχανή, δεν είναι δική μας”. Ο δικηγόρος έβαλε επάνω στο τραπέζι ένα
χαρτί, το οποίο επιβεβαίωνε πως η γραφομηχανή είχε αποσταλεί από τα ΕΛΤΑ μία εβδομάδα πριν,
από άγνωστο αποστολέα.


Ο κύριος Διαμαντίδης πάγωσε. Ίσως να μην ήταν αυτή η γυναίκα που, τελικά, έγραψε τα
σημειώματα! Ίσως… Ποιος ξέρει; Ίσως να μην τον σκότωσε εκείνη, ίσως, οτιδήποτε!
“Όμως, κύριε ανακριτή, δεν τελειώσαμε. Ένας από τους ερευνητές σας, απείλησε την πελάτη μου
με όπλο άνευ λόγου. Γνωρίζετε το βάρος αυτού του αδικήματος”; Αυτό δεν επρόκειτο να εξελιχθεί
με καλό τρόπο για τον πρωταγωνιστή μας. Πρώτη φορά θα ένιωθε την ήττα! Δεν μπορούσε να το
αφήσει αυτό να συμβεί! “Ευτυχώς για εκείνον, η πελάτης μου δέχεται να το παραλείψουμε, αν
συμφωνήσουμε να αφεθεί ελεύθερη χωρίς περαιτέρω διαδικασίες”.
“Η υπόθεση θα μείνει ανοιχτή”. Δήλωσε ο ανακριτής. “Ωστόσο, η κυρία Ευφραιμίου μπορεί να
αποχωρήσει. Λυπούμαστε πολύ για την ταλαιπωρία”.


Στον δρόμο προς την εξώπορτα, η κυρία Ευφραιμίου περπατούσε συνεσταλμένα, και όμως, με μία
κάποια επιφύλαξη και βιασύνη. Ξεπρόβαλε ο κύριος Διαμαντίδης, και διασταυρώθηκαν οι ματιές
τους.
“Κυρία Ευφραιμίου, θα ήθελα να σας ζητήσω συγγνώμη”…
“Χαίρομαι που καταλαβαίνετε το λάθος σας, κύριε Διαμαντίδη. Βλέπετε, ωστόσο, πως είμαι
μεγαλόψυχη”.
“Βεβαίως, πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμη… Που θα σας συλλάβω”.
Ο ντετέκτιβ έδειξε το ένταλμα, και η κυρία Ευφραιμίου έμεινε άναυδη.
“Θα σε μηνύσω”!
“Λυπάμαι, αλλά υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα εδώ, από την απόπειρά μου να απειλήσω
έναν εγκληματία”.


Ύστερα από την υποτιθέμενη μεγαλοψυχία της κυρίας Ευφραιμίου, ο πανούργος ντετέκτιβ
υποψιάστηκε πως κάποια βρωμιά θα έκρυβε στη φωλιά της, ώστε τόσο μανιασμένα να βιάζεται να
φύγει από το τμήμα, να τους αφήσει όλους να νομίζουν ότι είναι η καλή. Έτσι, έψαξε πολύ καλά το
ιστορικό της επιχείρησής της, και όλες τις έρευνες που είχε διεξάγει ήδη ο κύριος Παπαδόπουλος.
Συνδυάζοντας τα στοιχεία και την πανουργία του, σε μικρό χρονικό διάστημα, ζήτημα λίγων
λεπτών αναζήτησης σε ηλεκτρονικούς φακέλους, ο κύριος Διαμαντίδης είχε τα στοιχεία για
ένταλμα σύλληψης και προσωρινής επιτήρησης, ή κάτι τέτοιο, όπως το λένε οι ειδικοί, εν πάση
περιπτώσει. Εκείνος μόνο ήξερε πως, έστω και για λίγο, ο μεγαλύτερος ύποπτος, ήταν στα χέρια
του.


Η δίκη δρομολογήθηκε. Σε μερικούς μήνες, η δολοφόνος δέχτηκε τις ποινικές διώξεις, και η
επιχείρηση έκλεισε. Όχι λόγω του φόνου που διέπραξε, αλλά λόγω των άλλων εγκλημάτων της,
των πράσινων εγκλημάτων. Και ο κύριος Διαμαντίδης, πιο διάσημος από ποτέ, απολάμβανε τη δόξα.
Πάνω απ’ όλα, απολάμβανε την ικανοποίηση, πως είχε, τελικά, πιάσει τον ένοχο.


Και όμως, αν και την ημέρα χαιρόταν μπροστά στις κάμερες, κάθε βράδυ έπεφτε για ύπνο με έναν
πόνο, μια φαγούρα, μια αίσθηση πως δεν είχαν εξηγηθεί όλα πλήρως, και πως η υπόθεση δεν
έκλεισε όπως θα έπρεπε. Ναι, στα μάτια του δικαστή, που την έβαλε αυτή τη γυναίκα στη φυλακή,
όλα ήταν ξεκάθαρα, και τα τοξικά απόβλητα είχαν δολοφονήσει το περιβάλλον. Ωστόσο, στα μάτια
του ανθρώπου που είχε πειστεί πως όλα ήταν μια δολοφονία, μια σειρά στοιχείων δεν ταίριαζε. Όχι,
δεν τον πείραζε που οι διώξεις της κυρίας Ευφραιμίου ήταν δυσανάλογες των εγκλημάτων που
νόμιζε πως εκείνη διέπραξε, αλλά επειδή είχε αρχίσει να αμφισβητεί το πόρισμά του, κι αυτό ήταν
μεγαλύτερο πλήγμα, από την ίδια την αμφισβήτηση.


Ποιος έστειλε τη γραφομηχανή στην κυρία Ευφραιμίου; Ίσως η ίδια, ναι, ίσως, μα, πώς εξηγείται η
απώλεια των δύο σκισμένων σελίδων; Η ηρεμία του κύριου Παπαδόπουλου; Το όπλο στο χέρι του,
χωρίς κανένα ίχνος παραβίασης; Κι εκείνη η μυστηριώδης φωτογραφία κάποιου δέματος;… Κάτι
έλειπε εδώ, ένας συνδετικός κρίκος. Και ο κύριος Διαμαντίδης θα τον έβρισκε, έστω και αν ήταν το
τελευταίο που θα έκανε πριν πεθάνει.


Το πρωί σηκώθηκε σκεπτικός. Φαινομενικά χαρούμενος και γηθόσυνος, ωστόσο εντός του μελανός
κι ερεβώδης. Ουδέποτε φανταζόταν πως, λόγω μιας απλής διαίσθησης, θα έκλεινε στη φυλακή
κάποιον που δεν ήξερε καν καλά-καλά αν ήταν ένοχος. Έκατσε στην ίδια αίθουσα με τον
διευθυντή.


“Καλώς τον καλύτερο ντετέκτιβ μας. Έχω μια νέα υπόθεση για εσένα, σήμερα”!…
Έκατσε πιο πίσω στην καρέκλα του, και ξάφνου ακούστηκε ένας ήχος σπασίματος, και ο
διευθυντής πιάστηκε από το γραφείο του, να μην πέσει.
“Ουφ! Παλιά καρέκλα! Έτοιμη για πέταμα”! Έσκυψε, περιεργάστηκε ένα κομμάτι σίδερο που είχε
πέσει από την καρέκλα, το έβαλε στην τσέπη του, κι έκατσε πιο προσεκτικά.
“Συμβαίνει”. Είπε κοφτά.
Τότε, ξάφνου, ο Διαμαντίδης πάγωσε. “Αυτό είναι”! Φώναξε. “Πανούργε, γέρο”!
Σηκώθηκε, κι έφυγε τρέχοντας.


Είχε μόλις σκεφτεί κάτι τρομερό, ίσως και παράλογο, ακόμα: ίσως, ποιος ξέρει, ίσως, πριν ο κύριος
Παπαδόπουλος κάτσει στην καρέκλα του, αναπαυτικά, να διαβάσει το βιβλίο του, να έβαλε στην
τσέπη του -ή να ξεφορτώθηκε- ένα μεταλλικό αντικείμενο, το οποίο είχε κάνει κάτι που πρώτα απ’
όλα πρόσεξε ο κύριος Διαμαντίδης: μια φθορά στο τραπέζι. Και, ίσως, αυτή η σφαίρα όντως να είχε
έρθει από έξω, μα, για ποιον λόγο, ύστερα από έναν πυροβολισμό, το θύμα να καθαρίσει τη σκηνή;

Μήπως αστόχησε επίτηδες; Μήπως… Πυροβόλησε ο ίδιος ο κύριος Παπαδόπουλος; Και, μήπως,
ύστερα από αυτό, έχοντας στήσει τα ψίχουλα έτσι ώστε ένα πανούργο μυαλό να τα βρει, να
υπέγραψε το τέλος της έρευνας που τόσα χρόνια έκανε, με την αυτοθυσία του; Μήπως, η
δολοφονία ήταν ο μόνος τρόπος το κοινό να αφυπνιστεί για τη μεγαλύτερη, οργανωμένη δολοφονία
του περιβάλλοντος; Μήπως αυτό να εξηγούσε γιατί η υπόθεση πήγε εξ αρχής να κλείσει σα μια
απλή αυτοκτονία;


Μελέτησε τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει από τον χώρο. Όλα έμοιαζαν τέλεια. Και, όταν το
ταξί τον άφησε στη σκηνή του εγκλήματος κι έψαξε στους θάμνους, στον πιο πυκνό εκεί κοντά,
βρήκε μέσα το αντικείμενο που σήκωσε στο φως, για να δει καλύτερα: μια σφαίρα.


ΤΕΛΟΣ

Πηγές:

  • Η προκήρυξη του διαγωνισμού, εδώ.
  • Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, εδώ.
  • Το ανάλογο άρθρο τής ιστοσελίδας τού σχολείου μου, εδώ.

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *