Ονομάζομαι Λώλας Θεοφάνης, και είμαι έφηβος συγγραφέας και σεναριογράφος. Είμαι, επιπλέον, σκηνοθέτης ενός εφηβικού θιάσου ονόματι “Οι Απροσάρμοστοι”. Το παρακάτω σενάριο, είναι πρωτότυπη δημιουργία μου, και αποτελεί την ιδέα μίας από τις θεατρικές παραστάσεις που ο θίασος αναλαμβάνει. Πάντα με πρωτοτυπία, και εξ ολοκλήρου από παιδιά. Πρόκειται για δραματικό έργο που διαδραματίζεται γύρω στα 1950. Έχει σκοπό να σατιρίσει την εμμονή μερικών ανθρώπων με την αξιοπρέπεια, ακόμη και όταν όλες οι ηθικές τους αξίες έχουν κατακερματιστεί. Έμμεσα, επίσης, κατακρίνει τον οπισθοδρομισμό, τη θρησκοληψία και τον αυταρχισμό.
Το θέατρο αυτό ανέβηκε στις 24 Ιουνίου 2026, και σημείωσε μεγάλη επιτυχία, με τον κόσμο να το περιγράφει ως επαγγελματικά ποιοτικό, και με πολλές προτάσεις για συνεργασίες, καθώς και θέληση το έργο να ανέβει ξανά.
Ο οίκος τής αξιοπρέπειας
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ, ΣΠΙΤΙ 1945-1950, ΒΡΑΔΥ
Ακούγεται κλασική μουσική, έχει μισό-στρωθεί τραπέζι, ΑΝΔΡΑΣ (50) μπαίνει αργά, ακούει τη μουσική.
Βενέδικτος
(Κοιτώντας το κοινό, μιλώντας κοφτά.)
Τα θέλω όλα στην εντέλεια! Σε λίγο θα έρθουν. Ούτε κόκκο σκόνης, δε θέλω να βλέπω στα έπιπλα!
Εμφανίζεται η υπηρέτρια, Σοφία (35), ξεσκονίζει.
Σοφία
Ξεσκονίστηκαν τα έπιπλα, όπως ζητήσατε, κύριε.
Βενέδικτος
Όλα στην εντέλεια! Ούτε την παραμικρή γρατζουνιά, σε έπιπλο!
Σοφία
Δεν υπάρχουν γρατζουνιές στα έπιπλα, όπως ζητήσατε, κύριε.
Βενέδικτος
Ούτε το παραμικρό θάμπωμα, δε θέλω, στα λουστρινένια σκαρπίνια!
Σοφία
(Γονατίζει, και του γυαλίζει τα παπούτσια.)
Καθαρίστηκαν και τα σκαρπίνια σας, όπως ζητήσατε, κύριε.
Ο Βενέδικτος βάζει λίγο κρασί στο ποτήρι του. Ακούγεται το κουδούνι.
Βενέδικτος
Άντε, λοιπόν! Τι περιμένεις; Άνοιξε!
Η Σοφία ανοίγει. Ο Βενέδικτος φτιάχνεται. Ο κόσμος μπαίνει μέσα, χαιρετιούνται με τον Βενέδικτο, του δίνουν δύο δώρα, κάθονται στο τραπέζι.
Βενέδικτος
Ιοκάστη! Έλα, έφτασαν οι καλεσμένοι!
Ακούγεται από τα παρασκήνια φωνή γυναικεία (45).
Ιοκάστη
(Παρασκήνια)
Έρχομαι! Μισό λεπτό, να φωνάξω και τα παιδιά.
Οι καλεσμένοι μιλάνε. Ακούγονται φωνές από τα παρασκήνια, που ακούνε μόνο οι θεατές.
Ιοκάστη
Εμμανουήλ! Έλα, έφτασαν οι καλεσμένοι!
Εμμανουήλ
Σε παρακαλώ, μητέρα, είπα επανειλημμένως πως δε θέλω.
Ιοκάστη
Εμμανουήλ; Τι τρόπος είναι αυτός; Ξεχνάς πως ο πατέρας σου διοργάνωσε το γλέντι για τη δική σου επιτυχία; Ελένη! Κατέβα κι εσύ!
Ελένη
Σε παρακαλώ, μητέρα… Δε θέλω!
Ιοκάστη
Ελένη! Ντροπή! Γιορτάζουμε για την επιτυχία τού αδελφού σου! Πρέπει να σε νοιάξει πιο πολύ η οικογένεια!
Ελένη
Με νοιάζει, όμως–
Ιοκάστη
Σουτ! Σα δε ντρέπεσαι, να μου αντιμιλάς! Δε θα το ξαναπώ! Κατεβείτε αμέσως!
Η Ιοκάστη μπαίνει στην αίθουσα της δεξίωσης καλοσυνάτη, φτιάχνοντας τα μαλλιά της, και συγυρίζοντας το φόρεμά της. Παίζει μουσική. Χαιρετάει χαρωπά τους καλεσμένους. Μπαίνουν και τα παιδιά, σοβαρά, σιωπηλά, κάθονται. Ο πατέρας φαίνεται χαρούμενος. Χτυπάει το ποτήρι του με ένα κουτάλι, σηκώνεται.
Βενέδικτος
Παρακαλώ, παρακαλώ! Λίγη ηρεμία, διότι θα ήθελα να κάνω μία πρόποση! Μια πρόποση για τον γιο μου, τον μονάκριβο!
{Κάνει παύση, γελάει συγχρονισμένα με τους καλεσμένους}
Μια πρόποση, λοιπόν, για τη μεγάλη του επιτυχία, καθώς μας κάνει χαρούμενους, και πανευτυχείς!
{>>}
Ο Εμμανουήλ πήρε το πτυχίο δικηγορικής, που τόσον καιρό επιδίωκε!
{>>}
Και θα αναλάβει την πρώτη του υπόθεση, που ενημερώθηκα πως είναι σημαντική!
{>>}
Ο πατέρας κάθεται. Ο ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ (γυναίκα – 40) χτυπάει το ποτήρι του με ένα κουτάλι, σηκώνεται.
Καλεσμένος #1
Άλλη λίγη ηρεμία, παρακαλώ, διότι θέλω να κάνω μία πρόποση! Μία πρόποση για τον γιο, τον διάδοχο αυτού τού σπιτιού!
{Κάνει παύση, γελάει συγχρονισμένα με τον άλλο καλεσμένο και τον πατέρα}
Μια πρόποση, τωόντι, για τον γιο που κάνει τούτο το νοικοκυριό περήφανο, και πανευτυχές!
{>>}
Διότι, ο Εμμανουήλ, μόλις πήρε το πτυχίο δικηγορίας, που ποθούσε ολόψυχα!
{>>}
Και αναλαμβάνει και μια βαρβάτη υπόθεση! Συγχαρητήρια!
{>>}
Κάθεται. Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΣ (άνδρας – 50) χτυπάει το ποτήρι με ένα κουτάλι, και σηκώνεται.
Καλεσμένος #2
Ησυχία, τότε, να κάνω κι εγώ την πρόποσή μου, για το καμάρι αυτού τού σπιτιού, τον υιό, καθώς και τη νοικοκυρά τη μέλλουσα, τη χρυσοχέρα Ελένη, που είναι και σε ηλικία παντρειάς!
{>>}
Ο μεν μόλις αποφοίτησε με ένα πτυχίο δικηγορίας στην τσέπη, αναδεικνύοντας το μυαλό του!
{>>}
Κι έκανε το σπίτι αυτό περήφανο, και προώθησε την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό απέναντι στους νόμους, αξίες που ο πατέρας του, με πατριωτικό πνεύμα, καλλιέργησε σε αυτόν!
{>>}
Και αναλαμβάνει υπόθεση μεγάλη και βαρέα!
{>>}
Και, βεβαίως, η όμορφη Ελενίτσα, που δεν έχει μυαλό, αλλά είναι όμορφη και φρόνιμη, όπως κάθε καλή γυναίκα, αξίζει επίσης προσοχή!
{>>}
Σιωπή. Ο καλεσμένος τής αρπάζει το χέρι, και το φέρνει κοντά στο στόμα του.
Καλεσμένος #2
Όμορφη, νέα, όμορφη!
Ελένη
(Τραβάει πίσω το χέρι της)
Ευχαριστώ, ευχαριστώ…
Οι καλεσμένοι με τον πατέρα γελάνε, και η Ελένη μιλά στην Ιοκάστη.
Ελένη
Μητέρα, κάνε κάτι, σε παρακαλώ.
{Ακούγονται γέλια, ξανά}
Ιοκάστη
Δεν μπορώ να κάνω τίποτε!… Αθώο κομπλιμέντο είναι! Πώς κάνεις έτσι; Δραματική είσαι!
Ο καλεσμένος ξανά τραβάει το χέρι της.
Καλεσμένος #2
Και της αξίζει και ένας άξιος άνδρας!
{Γελάει με τον άλλον καλεσμένο και τον πατέρα}
Και τη ζητώ εγώ σε γάμο! Ναι, την περνώ τριάντα έτη, μα αυτό θα λειτουργήσει καλά, διότι ο άνδρας φέρνει τη σοφία, η γυναίκα την υπηρεσία και την ομορφιά!
{>>}
Κάθεται.
Βενέδικτος
Θα το σκεφτούμε αυτό που είπες, αγαπητέ, διότι, όντως, είναι αλήθεια, θέλουμε η Ελενίτσα να βολευτεί… Για τώρα, ωστόσο, αξίζει να γιορτάσουμε!
Ο πατέρας χτυπάει παλαμάκι, και μπαίνουν οι υπηρέτριες με φαγητά. Από όλα τα πιάτα, μόνο αυτό τού πατέρα και των καλεσμένουν έχουν φαγητό. Εκείνοι τρώνε με συγχρονισμό, οι άλλοι τού σπιτιού κοιτούν το υπερπέραν, σιωπηλά. Τρώνε για λίγη ώρα.
Καλεσμένος #2
Ωραία, λοιπόν, θεωρώ πως πρέπει να χορέψω με τη νύφη, έτσι; Να δω, αν μου αρέσει!
Παίζει μουσική. Ο καλεσμένος σηκώνει την Ελένη, και χορεύουν. Εκείνη κινείται μηχανικά, και προσπαθεί να φύγει. Όσο χορεύουν, το χέρι τού καλεσμένου ξεκινά από ψηλά στην πλάτη, και κατεβαίνει, μα η Ελένη το σπρώχνει πάλι πάνω. Ο χορός τελειώνει, και ο καλεσμένος τής φιλά το χέρι, και κάθεται.
Βενέδικτος
Ύστερα, λοιπόν, από το γλέντι μας, σήμερα, ήρθε, μάλλον, η ώρα να ολοκληρώσουμε τη βραδιά μας…
Οι καλεσμένοι φεύγουν.
Βενέδικτος
Έφυγαν;
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, υπηρέτρια, η ΜΑΡΩ (70) μπαίνει στον χώρο.
Μάρω
Μάλιστα… Κύριε!
Βενέδικτος
Μάλιστα… Γυναίκα! Πήγαινε στο δωμάτιό σου, και πάρε και τα παιδιά μαζί.
Χωρίς άλλη κουβέντα, οι τρεις αποχωρούν.
Βενέδικτος
Πού είναι τα δώρα;
Η Μάρω βγαίνει, και μπαίνει με δύο σακούλες με περίτεχνα σχέδια.
Βενέδικτος
Εξαφανίσου, λοιπόν, άντε! Πήγαινε πλύνε κανένα πιάτο!
Ο Βενέδικτος κάθεται στο τραπέζι, και ανοίγει τα δώρα.
Βενέδικτος
Από την αξιότιμη κυρία Χατζηεμμανουήλ Αρετή, πήραμε μια ταμπακιέρα για τον κύριο του σπιτιού. Θα κάνει το πολύ εξήντα χιλιάδες δραχμές. Μας φτάνει, για καμιά βδομάδα.
Καταγράφει σε ένα χαρτί τις μετρήσεις.
Βενέδικτος
Από τον αξιότιμο κύριο Παπαδόπουλο Ευστράτιο, πήραμε… Ω, Θεέ! Πήραμε ένα χρυσό περιδέραιο για την Ελένη, με διαμάντια και πολύτιμους λίθους! Η τιμή αυτού τού κομματιού είναι ανεκτίμητη!
Καταγράφει σε ένα χαρτί τις μετρήσεις.
Βενέδικτος
(Φωνάζει)
Ελένη! Έλα εδώ! Αμέσως!
Ελένη
Μάλιστα, πατέρα;
Βενέδικτος
Αχ, Ελένη, ξέρεις πόσο χαίρομαι να σε χαροποιώ! Είναι, βέβαια, δουλειά μου, σαν πατέρας σου…
Της χαϊδεύει τα μαλλιά, και γελάει. Εκείνη γελάει από αμηχανία.
Ελένη
Επιτρέπεται να μου πείτε, πατέρα, τα καλά νέα;
Βενέδικτος
(Γελώντας)
Άκουσε, λοιπόν! Αύριο πρωί, κιόλας, θα πάρεις την υπηρέτρια που προτιμάς, και θα πάτε στο κέντρο τής πόλης, στο καλύτερο μαγαζί. Θα σου δώσω εγώ, εξήντα χιλιάδες δραχμές.
Ελένη
Και… Γιατί να πάμε στο κέντρο;
Βενέδικτος
Για να ψωνίσεις, βέβαια, ένα ρούχο! Ένα δαντελωτό, λευκό… Ένα νυφικό!
Η Ελένη τραβιέται πίσω.
Ελένη
Πώς;
Βενέδικτος
Παντρεύεσαι, Ελένη μου! Τον κύριο Παπαδόπουλο, έκτακτος κύριος… Και με τι περιουσία…
Ελένη
Όχι! Όχι, δε θα τον παντρευτώ!
Βενέδικτος
Δε θυμάμαι να σε ρώτησα! Και, δυστυχώς για εσένα, δεν έχω φτάσει ακόμα την ηλικία, που αρχίζουν και ξεχνάνε…
Ελένη
Δε θα τον παντρευτώ, πατέρα! Σε παρακαλώ!
Βενέδικτος
Δε γνωρίζεις τι είναι καλό για εσένα! Εγώ είμαι σε αυτόν τον κόσμο πολλά χρόνια περισσότερα από εσένα! Θα πάρεις αυτόν που λέω, και τέλος!
Ελένη
Μα…
Βενέδικτος
Σιωπή! Αναιδέστατη!
Λίγη σιωπή.
Βενέδικτος
(Πιο ήρεμα)
Και, αλήθεια, τι ήταν αυτά στον χορό; Ε, μου λες;
Ελένη
(Κλαμένη)
Δεν καταλαβαίνω…
Βενέδικτος
Μη μου το παίζεις εμένα αθώα περιστέρα! Ξέρεις πολύ καλά! Ο κύριος Παπαδόπουλος ζήτησε να χορέψετε, κι εσύ αρνήθηκες!
Ελένη
Δεν αρνήθηκα! Χόρεψα μαζί του! Χόρεψα, όσο λιγδιασμένα και αν ήταν τα δάχτυλά του, όσο και αν με αηδίαζε η αναπνοή του…
Βενέδικτος
Όταν χορεύεις με έναν κύριο, θα το κάνεις με την ψυχή σου, ακούς; Ό,τι και αν κάνεις με έναν καθωσπρέπει άνδρα, θα το κάνεις με χαρά, και ας μη σου αρέσει!
Ελένη
Κανένας καθαρόμυαλος θα καταλάβει αν μου αρέσει κάτι ή όχι, ακόμη και αν προσποιούμαι. Ο κύριος Παπαδόπουλος, σαφώς, δε νοιάζεται για το αν διασκεδάζω–
Βενέδικτος
Πώς τολμάς να μιλάς τόσο απόλυτα; Μου λες; Εγώ δε σε έχω πιέσει ποτέ; Σημαίνει αυτό πως δε σε αγαπάω; Πιέζει κανείς όποιον νοιάζεται! Εγώ ποτέ μου δεν είπα πως σκοτίστηκα για το αν ζεις ή αν πέθανες! Με τι θράσος τού έσπρωχνες το χέρι, ε;
Ελένη
(Κοιτάζοντάς τον στα μάτια)
Ένιωσα προσβεβλημένη, πατέρα!
Την κοιτά πίσω. Ύστερα, η Ελένη χαμηλώνει το κεφάλι.
Βενέδικτος
(Πιο ήρεμα)
“Ένιωσα”… Νιώθεις, κιόλας, τώρα; Όταν δε σε νοιάζει για την οικογένειά σου; Τότε δε νιώθεις; Σκασίλα μου και αν “ένιωσες” προσβεβλημένη! Να μάθεις να σέβεσαι, και να κάνεις αυτό που σου λένε οι ανώτεροι!
Η Ελένη κοιτάει το κοινό, και τα δάκρυά της στερεύουν. Παγώνει για λίγο, και κοιτάει.
Ελένη
Μου επιτρέπετε να αποχωρήσω, πατέρα;
Βενέδικτος
Ναι… Τώρα που συνεννοηθήκαμε. Ναι, πήγαινε. Και ό,τι είπαμε!
Η Ελένη φεύγει, και η Ιοκάστη μπαίνει παραξενεμένη.
Βενέδικτος
Τι με κοιτάς έτσι; Ε… Έχει κάποιον λεκέ το σακάκι μου; Και είπα στη Σοφία να το καθαρίσει καλά…
Ιοκάστη
Τι είναι όλα αυτά, μου λες; Γιατί είσαι τόσο απότομος με την Ελένη;
Βενέδικτος
Έλα, τώρα! Ξέρεις πόσο υπερβολική είναι, ώρες-ώρες!
Ιοκάστη
Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις τι συμβαίνει;
Βενέδικτος
Κι εμείς, στα νιάτα της, έτσι ήμαστε… Νέοι, ανήξεροι. Οι γονείς μας έκαναν ό,τι χρειαζόταν, ώστε να ευημερούμε.
Η Ιοκάστη κάθεται.
Ιοκάστη
Κατάλαβα… Δε θα τον παντρευτεί, ε;
Βενέδικτος
Τι είναι αυτά που λες; Και βέβαια θα τον παντρευτεί! Είτε το θέλει είτε όχι!
Ιοκάστη
Θεωρώ πως της αξίζει ένα νέο παιδί–
Ο Βενέδικτος την κοιτάει με έντονο βλέμμα, απότομα.
Ιοκάστη
(Με σκυφτό το κεφάλι)
Συγγνώμη… Ε, βλέπεις, ήπια λίγο κρασί, πριν, και, μάλλον με χτύπησε το αλκοόλ…
Βενέδικτος
Μάλιστα… Σου έχω πει να μην πίνεις, σε κάνει αυθάδη, και θα έχουμε παρεξηγήσεις…
Ιοκάστη
Έχεις δίκιο… Εγώ, απλά, σκεφτόμουν πως, ίσως, θα έπρεπε να σκεφτούμε λίγο βαθύτερα έναν άξιο γαμπρό για την κόρη μας…
Βενέδικτος
Δε σου αρέσει ο κύριος Παπαδόπουλος; Είναι ένας άνθρωπος καθωσπρέπει, με τρόπους, με αξιοπρέπεια!
Ιοκάστη
“Αξιοπρέπεια”… Λένε πως είχε πολλά πάρε-δώσε με τους Γερμαναράδες.
Βενέδικτος
Η αξιοπρέπεια δεν έχει να κάνει καθόλου με το με ποιους ανθρώπους συναναστρέφεσαι… Κι εγώ, βλέπεις, είχα έναν γνωστό που ήτανε Κομμουνιστής, αυτό δε με κάνει εμένα–
Ιοκάστη
“Γνωστός”;
Βενέδικτος
Μάλιστα! Γνωστός. Δαύτο είναι, τίποτε παραπάνω. Εν πάση περιπτώσει, αυτό δε με κάνει εμένα αναρχικό.
Ιοκάστη
Μμμμ!… Ωραία κυβέρνηση αυτή τού Μεταξά κανείς να υποστηρίζει! Να το λες και να καμαρώνεις!
Βενέδικτος
Γυναίκα, τι σε έπιασε, μου λες; Από πότε εσύ έχεις στάση σε πολιτικά ζητήματα; Και, στην τελική, ο Μεταξάς ήταν πραγματικός πατριώτης, που εναντιώθηκε στον φασισμό!
Ιοκάστη
Κάνεις λες και δε βλέπεις, μωρέ Βενέδικτε! Δε θυμάσαι που είχε περάσει από το σχολείο τού Μανωλάκη μας, και είχε βάλει όλα τα παιδιά στη σειρά να κάνουνε ναζιστικό χαιρετισμό;
Βενέδικτος
Τι προσπαθείς να πετύχεις με όλα αυτά, μου λες; Για κάποιον λόγο δεν ψηφίζετε οι γυναίκες! Εγώ λέω ό,τι έχει να κάνει με χρήμα και πολιτική εσύ να μην το πιάνεις στο στόμα σου! Δουλειά σου το σπίτι!
Ιοκάστη
Καλώς. Εσύ να ασχολείσαι με τα λεφτά. Αλλά η Ελενίτσα μας είναι στο σπίτι, όχι στο χρηματιστήριο!
Βενέδικτος
Σκασμός! Μονάχα ένας ηλίθιος ποτέ θα σκεφτόταν πως στον γάμο δεν υπάρχει κέρδος! Η Ελένη μας έχει τη δύναμη να μας φέρει έναν γαμπρό άξιο του βεληνεκούς μας!
Λίγη σιωπή.
Ιοκάστη
Σου είναι ευχάριστη η σκέψη πως θα κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι;
Βενέδικτος
Γιατί όχι; Πολύ καλά κρατιέται για την ηλικία του…
{Γελάει χαιρέκακα}
Ιοκάστη
Τι είναι αυτά που λες; Δε λυπάσαι ούτε στο ελάχιστο; Πώς την πουλάς έτσι, λες και είναι χρυσό κόσμημα;
Βενέδικτος
Μιλώντας για χρυσά κοσμήματα, το δώρο τού κυρίου Παπαδόπουλου είναι εξαίσιο! Να ‘το, κοίτα! Ολόχρυσο περιδέραιο!
Ιοκάστη
Και τι όμορφα πετράδια!… Αξίζουν όμως αυτά, για να αγοράσει την κόρη μας;
Βενέδικτος
Βαριές κουβέντες!
Ιοκάστη
Αρνούμαι.
Βενέδικτος
Αρνείσαι; Τι πάει να πει “αρνείσαι”; Δε σου πέφτει λόγος! Γελιέσαι αν νόμισες ποτέ ότι σου έπεφτε! Κάνω τα πάντα για να έχω ισορροπίες στο σπίτι, και γι’ αυτό θέλω να συμφωνείς, όμως εσύ είσαι κολλημένη!
Ιοκάστη
Καλώς, Βενέδικτε… Πούλα τη!
Βενέδικτος
Αχ, καημένη μου επαναστάτρια…
{Της χαϊδεύει τα μαλλιά}
Αφού ξέρουμε και οι δυο πως μέσα σου, συμφωνείς μαζί μου… Τα κάνεις όλα για να φαίνεσαι η καλή, μα ξέρω πως αναγνωρίζεις όσα κάνω γι’ αυτό το σπίτι!…
Ιοκάστη
Ναι, Βενέδικτε… Το ξέρω… Όμως πάντα, μα πάντα, διατηρείς την αξιοπρέπειά σου. Πάντα… Αυτήν την αναθεματισμένη αξιοπρέπεια!…
Βενέδικτος
Αγαπάω το σπίτι μου και την πατρίδα μου. Όσες φορές και αν χρειάστηκε να πουλήσω και να αγοράσω πληροφορίες…
Ιοκάστη
Τι πράγμα;
Βενέδικτος
Ξέρω πως έχεις αναγνωρίσει ότι οι Γερμανοί ήταν οραματιστές. Το ίδιο και ο Μεταξάς. Εκείνος, ωστόσο, δεν έβλεπε αρκετά μακριά, ώστε να καταλάβει πως η Ελλάδα θα διαλυόταν από το ναζιστικό καθεστώς…
Ιοκάστη
Τι λες;…
Βενέδικτος
Την αλήθεια, βέβαια! Κατά την κατοχή, υπήρξε μια ξεκαθάριση, όσον αφορούσε τις χαμηλότερες τάξεις! Ω, έλα τώρα! Όλες αυτές οι οικογένειες, που δεν είχαν αξιοπρέπεια…
Ιοκάστη
Πέθαναν.
Βενέδικτος
Καθάρισε ο τόπος! Δε σου έκανε καμία απολύτως εντύπωση το πώς εμείς δεν αγγιχτήκαμε από αυτά τα γεγονότα; Η Ελλάδα ήθελε ένα καλό, ναζιστικό καθεστώς, να ξεμαγαριστεί!
Ιοκάστη
Τι είναι αυτά που λες, Βενέδικτε! Ο αδελφός σου σκοτώθηκε στον πόλεμο!
Βενέδικτος
Σκοτώθηκε και πήγε στον διάβολο, όπου πάνε όσοι υιοθετούν φρονήματα σαν τα δικά του!
Η Ιοκάστη δακρύζει κρυφά προς το κοινό.
Ιοκάστη
Όλες τις νύχτες που έλειπες… Όλες τις νύχτες που έκλεινες το ραδιόφωνο, για να μην ακούσουμε για τους εκτελεσμένους… Νόμιζα ότι με απατούσες…
Βενέδικτος
Όχι, Ιοκάστη. Ήμουν με τον τοπικό διοικητή. Κανονίζαμε μπίζνες…
Ιοκάστη
Κι εγώ δε μίλησα ποτέ…
Βενέδικτος
Και καλά έκανες. Εν πάση περιπτώσει, όλα είναι παρελθόν, τώρα! Πάνε…
Ιοκάστη
Πώς μπόρεσες να μου το κρύψεις;
Βενέδικτος
Πώς;
Ιοκάστη
Νόμιζα ότι με αγαπούσες!
Ο Βενέδικτος πάει προς το μέρος της, και τη σφίγγει γερά από τα μπράτσα.
Βενέδικτος
Πώς το είπε αυτό; Πες το πάλι, να το ακούσω! Πες το, και κοίτα με κατάματα!
Ιοκάστη
(Φωνάζοντας)
Νόμιζα ότι με αγαπούσες!
Βενέδικτος
Εσύ και όλες οι βλακείες που ξεστομίζεις, να πάτε να πνιγείτε!
Τη σπρώχνει απότομα, και τη ρίχνει στο πάτωμα.
Βενέδικτος
Είσαι αχάριστη! Από εσένα πήρε η ηλίθια, η κόρη σου! Πώς τολμάς να τα λες αυτά, ενώ σου είπα μόλις ότι έπαιζα τη ζωή μου κορώνα-γράμματα, μπαινοβγαίνοντας στα ναζιστικά και φασιστικά γραφεία; Ε;
Ιοκάστη
Θέατρο! Όλο τέτοιο είσαι, ψέματα γεμάτος, λόγια, λόγια κούφια, έπεα πτερόεντα! Ποια ζωή έπαιζες κορώνα-γράμματα, μου λες; Ποιος Γερμαναράς θα σου έκανε τίποτα, ε;
Βενέδικτος
Τι λες; Τι είπες, μόλις; Είχες δει τι κάνανε στους μιαρούς;
Ιοκάστη
“Μιαρούς”… Αυτούς που εσύ έβλεπες να λιμοκτονούν, και να τρώνε σάπιο ψωμί, αυτούς λες; Τους λυπόσουνα; Σκέφτηκες ποτέ ότι στα μάτια τού Γερμαναρά και της Χιτλερίας, ήσαστε το ένα και το αυτό; Ή σε είχε τυφλώσει η ιδέα τής αξιοπρέπειάς σου;
Βενέδικτος
Ποιον άλλον ξέρεις που τόλμησε να μιλήσει μαζί τους, ε; Εγώ για εσάς τα έκανα όλα! Για εσάς, και για την πατρίδα μου!
Η Ιοκάστη σηκώνεται αργά, παραπατάει, και κλαμένη, μιλάει χωρίς να τον κοιτά.
Ιοκάστη
Για εμάς, για την πατρίδα, και την εικόνα… Την ξέχασες την τελευταία…
{Χαμογελάει}
Και είναι και σημαντικό…
Βενέδικτος
Μιλάς σαν όλους τους δημοσιογράφους, που αγνοούν όσα έχω περάσει, και με λένε φασίστα… Γιατί μιλάς σαν και αυτούς; Τόσο κούφιο είναι το κεφάλι σου;
Ιοκάστη
Ναι… Βλέπεις, κούφια είναι τα κεφάλια όλων μας…
Κοιτάνε και οι δύο στο υπερπέραν για λίγο.
Βενέδικτος
Σου το είχα πει.
Ιοκάστη
Ποιο;
Βενέδικτος
Όλα όσα είχα κάνει. Και για εκείνη τη νύχτα, που η Ελένη έλειπε από το σπίτι.
Ιοκάστη
Εκείνη τη νύχτα είχα πεθάνει από την αγωνία μου… Δεν έμαθα τι είχε γίνει… Δε ρώτησα τι είχε γίνει…
Βενέδικτος
Όλα σού τα είχα πει. Πλάγιασα στο κρεβάτι, μα ένιωθα μέσα μου να καίγομαι, δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Με λέτε ανδρείκελο, μα έχω κι εγώ συναισθήματα.
Της πιάνεις το χέρι απαλά.
Βενέδικτος
Σε χάιδεψα, και σου ψιθύρισα στο αυτί τα πάντα… Εσύ χαμογέλασες. Χαμογέλασες σα να μου είπες “δεν πειράζει, σε αγαπώ”… Και κοιμήθηκες πάλι…
Η Ιοκάστη παίρνει το χέρι της.
Ιοκάστη
Δεν είχα ακούσει τίποτε. Κοιμόμουν. Πού ήταν η Ελένη εκείνο το βράδυ;
Βενέδικτος
Κάπου, και μας εξασφάλιζε πολλά…
Ιοκάστη
Πού ήταν η Ελένη, εκείνο το βράδυ;…
Βενέδικτος
Στο γραφείο τού διοικητή.
Η Ιοκάστη σηκώνεται αργά, σκεπτόμενη.
Ιοκάστη
(Αργά)
Και… Τι έκανε εκεί;…
Βενέδικτος
Ξέρεις τι έκανε… Μα ήταν για το καλό τής οικογενείας! Νομίζεις ότι εγώ χαιρόμουν, να–
Ιοκάστη
(Επιθετικά)
Τι έκανε εκεί;!
Ο Βενέδικτος κοιτάει το πάτωμα. Η Ιοκάστη πλησιάζει, τον κοιτάει, εκείνος κοιτάει στο κενό. Σε κάποια στιγμή σιωπής, τον φτύνει στο πρόσωπο, κι εκείνος τραβιέται στην άκρη, κοιτάει αλλού. Αργά, σηκώνει το πρόσωπό του και την κοιτά.
Ιοκάστη
(Φοβισμένη)
Συγγνώμη! Συγγνώμη… δεν το ήθελα!…
Βενέδικτος
Ιοκάστη… Άκου…
Ιοκάστη
Επιθυμώ να αποχωρήσω.
Χωρίς να περιμένει απάντηση, στρίβει και φεύγει.
Βενέδικτος
Ιοκάστη!
Σταματά.
Βενέδικτος
Μην ξαναπιείς, σε παρακαλώ.
Η Ιοκάστη αποχωρεί.
Βενέδικτος
Μάρω!
Η Μάρω μπαίνει.
Βενέδικτος
Πάρε αυτήν εδώ την ταμπακιέρα, και πήγαινε αύριο αχάραγο σε ένα χειροδανειστήριο, και μην κάνεις παζάρια για κάτω από εξήντα χιλιάδες.
Μάρω
Και αν δε μου το δώσουν για εξήντα και πάνω;
Βενέδικτος
Θα το απαιτήσεις από εμένα, και θα σου το δώσουν. Μετά έλα σπίτι, μάζεψε τις δραχμές και δώσ’ τες στην Ελένη, μαζί με αυτό το περιδέραιο, όλα ως δώρα από εμένα.
Μάρω
Μμμμ… Γιορτάζουμε, κιόλας; Έχει να ακουστεί γέλιο και αληθινό γλέντι σ’ αυτό το σπίτι είκοσι χρόνια!
Βενέδικτος
Θα πάρεις την Ελένη και θα πάτε να αγοράσετε νυφικό.
Μάρω
Πώς;…
Βενέδικτος
Έχεις γεράσει, μου φαίνεται, και δεν ακούς καλά. Η Ελένη παντρεύεται.
Μάρω
Ποιον; Αχ, μη μου πείτε εκείνον τον λιγδιάρη,τον–
Βενέδικτος
Σκασμός! Κάνε αυτό που σου λέω και τουμπεκί!
Ο Βενέδικτος φεύγει. Η Μάρω τον κοιτάει μέχρι να χαθεί, και δοκιμάζει το περιδέραιο. Παίρνει πόζες.
Μάρω
Σοφία! Έλα, παιδί μου, να δεις!
Σοφία
Ναι; Τι;
Μάρω
(Με γυναικεία πόζα)
Αχ, κοιτάξτε, όλοι, είμαι η κυρία Ιοκάστη Ευφραιμίου, μια όμορφη, ηλίθια, ψηλομύτα καμηλοπάρδαλη!
Σοφία
(Με την ταμπακιέρα)
Αχ, κοιτάξτε, όλοι, είμαι ο κύριος Βενέδικτος Ευφραιμίου, ένας αυταρχικός μπάσταρδος! Αχ, κοιτάξτε πώς, ω φίλτατοι, το παίζω λόρδος, ενώ δεν καπνίζω καν!
Μάρω
Κι ενώ βάζω τους υπηρέτες να μαγειρεύουν μία μερίδα ρύζι τη μέρα!
{Γελάνε}
Οι υπηρέτριες αποχωρούν.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ, ΣΠΙΤΙ, ΠΡΩΙ
Μάρω
{Μετρώντας χαρτονομίσματα}
Εβδομήντα χιλιάδες ακριβώς! Τεσπώνω τις δέκα, και φέρνω τις εξήντα! Και ένα περιδέραιο, βέβαια, με πόσα διαμάντια, ε, δε θα βλάψει να πάρω και κανένα εγώ!… Σε αυτό το σπίτι είκοσι χρόνια, αυτό θα μας βλάψει;
{Γελάει}
Μπαίνει η Ιοκάστη, με το νυχτικό της.
Ιοκάστη
Καλημέρα, Μάρω. Είδες, μήπως, τον Βενέδικτο;
Μάρω
Όχι, κυρία. Είχα πάει από πρωίας, για κάτι δουλειές…
Ιοκάστη
(Με παύση)
Αυτά ήταν εδώ, από χθες το βράδυ;
Μάρω
Ε… Μάλιστα, κυρία, έτσι τα βρήκα.
Η Ιοκάστη τα επεξεργάζεται.
Ιοκάστη
Έφτανε η ταμπακιέρα εξήντα; Τι παζάρια έκανε πάλι, ο ξεφτιλισμένος, Θεέ μου!
Μάρω
Μπορώ να σας φέρω κάτι;
Ιοκάστη
Φέρε το πρωινό, θα κατέβουν και τα παιδιά, σε λίγο.
Μάρω
Έχω αυγά, μόνο. Να σας τα φέρω αυτά;
Ιοκάστη
Αυγά, μόνο; Ο Βενέδικτος είχε κόλλημα με το Αγγλικό πρωινό… Εν πάση περιπτώσει, φέρε, ό,τι έχει.
Η Μάρω φεύγει χαμογελαστή. Μπαίνει η Σοφία, και ξεσκονίζει.
Ιοκάστη
Σοφία, κορίτσι μου;
Σοφία
Μάλιστα, λέγετε.
Ιοκάστη
Είδες, μήπως, τον κύριό σου, κάπου;
Σοφία
(Με σκέψη)
Μπα… Θα έφυγε νωρίς.
Η Ιοκάστη τής κάνει νόημα να φύγει, κι εκείνη το κάνει. Μπαίνει ο Εμμανουήλ.
Εμμανουήλ
Καλημέρα, μητέρα. Ο πατέρας;
Ιοκάστη
Λείπει, μη φοβάσαι… Κάτσε, σε παρακαλώ, να φας, και να πας στις δουλειές σου.
Ο Εμμανουήλ κάθεται, και η Μάρω φέρνει ένα άδειο πιάτο. Εκείνος ξεκινάει να τρώει, και η Ιοκάστη περπατάει πίσω του, αργά.
Ιοκάστη
Πες μου, λοιπόν, Εμμανουήλ, για τη νέα σου υπόθεση… Είναι, άκουσα, μεγάλη, ε;
Εμμανουήλ
Ναι! Πολύ! Έχει να κάνει με ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο λίγο μετά την κατοχή, το οποίο συγκαλύφθηκε, και κανείς δεν έμαθε ποιος ήταν από πίσω. Κάποιος μεγαλοεπιχειρηματίας, ίσως. Κι εγώ, ανέλαβα να το ανοίξω πάλι, και να φέρω τη δικαιοσύνη.
Ιοκάστη
Έχεις αναλάβει μεγάλο έργο, όμως πρέπει να προσέχεις, έτσι;… Ο πατέρας σου δε θα ήθελε με τίποτε να αμαυρωθεί η αξιοπρέπειά μας, σαν οικογένεια…
Εμμανουήλ
(Σταματάει να τρώει, και την κοιτάζει)
Πωπώ, μητέρα! Πάψε, πια, να σκέφτεσαι όλο τον πατέρα!
Ιοκάστη
Ο πατέρας σου, έχει κάνει πολλά πράγματα γι’ αυτό το σπίτι, πολύ περισσότερα από όσα μπορείς να καταλάβεις! Όταν, πια, μεγαλώσεις, και κάνεις δική σου οικογένεια, ίσως να με θυμηθείς.
Εμμανουήλ
Είμαι αρκετά ώριμος, ώστε να αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει. Είναι όλα για το φαίνεσθαι. Σκοτίστηκε ο πατέρας και αν εγώ πήρα το πτυχίο!
Ιοκάστη
Ο πατέρας σου χάρηκε για την καινούργια σου αρχή, που άφησες πίσω την άλλη σου ζωή…
Εμμανουήλ
Ποια άλλη ζωή; Ε; Μου λες; Αυτή που μου προκάλεσε εκείνος; Αυτή τη ζωή λες;
Ιοκάστη
Μην παρεκτρέπεσαι, Εμμανουήλ! Έχει και η υπομονή τα όριά της!
Εμμανουήλ
Αυτό που λέω, είναι πως, ίσως, πρέπει να δρούμε πιο ανεξάρτητα…
Ιοκάστη
Φάε και φύγε, μη σε δει ο πατέρας σου εδώ!
Ο Εμμανουήλ παίρνει τα βιβλία του, και πάει προς την πόρτα.
Εμμανουήλ
Αφιερώθηκα στο να στέλνω εγκληματίες στη φυλακή. Θα ήταν μιαρή υποκρισία, αν δεν ξεκινούσα από το ίδιο μου το σπίτι!…
Ανοίγει την πόρτα, και αποχωρεί. Η Ιοκάστη ακουμπάει τα δάχτυλα στην κορυφή τής μύτης, και κάθεται σπεκτική στο τραπέζι.
Ελένη
Καλημέρα, μητέρα. Άκουσα φωνές, είναι όλα εντάξει;
Ιοκάστη
Ε;… Ναι, ναι, παιδί μου, καλημέρα, κάτσε να φας, αγάπη μου.
Η Ελένη κάθεται.
Ελένη
Ο… ο πατέρας;
Ιοκάστη
Πήγε νωρίς στο κέντρο, για δουλειές…
Ελένη
Συζητήσατε καθόλου… το θέμα;
Η Ιοκάστη την πλησιάζει, και της χαϊδεύει τα μαλλιά.
Ιοκάστη
Ναι, κοριτσάκι μου, το συζητήσαμε… Ξέρεις τον πατέρα σου, δεν είναι καινούργιο ότι είναι ιδιότροπος… Βλέπεις, έχει και αυτός πολλά πράγματα στο κεφάλι του, και…
Ελένη
Μητέρα, σε εμπιστεύομαι! Πες μου, σε παρακαλώ, πως δε θα τον παντρευτώ!
Ιοκάστη
Ο πατέρας σου δε θέλει να μιλάει για έλλειψη περηφάνιας, όπως ξέρεις, είναι… Πώς να το πούμε;… Η παραξενιά του. Όμως το σπίτι μας έχει αρχίσει να ξεπέφτει.
Ελένη
Μάνα, δε με νοιάζει διόλου αν θίχτηκε η αξιοπρέπεια του πατέρα! Εμένα με νοιάζει να–
Ιοκάστη
Σιωπή! Ούτε εσύ, ούτε και ο αδελφός σου κατανοείτε στο απειροελάχιστο τι συμβαίνει σε αυτό το σπίτι! Πρέπει να ανακάμψουμε! Και ένας καθωσπρέπει γαμπρός, θα ήταν ιδανικός!
Η Ελένη τινάζεται πάνω.
Ελένη
“Αξιοπρέπεια”; Έτσι το λες εσύ αυτό; Να με πουλάτε λες και είμαι μπιμπελό; Να με χειρίζεστε με προίκα; Αυτό είναι αξιοπρέπεια; Δε βλέπετε, μάλλον, πως αυτό ακριβώς είναι η ξεφτίλα σας! Αυτή σας η παράλογη εμμονή!
Ιοκάστη
Μη γίνεσαι ριζοσπάστρια! Εδώ και πολλές γενεές, εμείς οι γυναίκες παντρευόμαστε με προξενιά.
{Φτιάχνει τα μαλλιά της. Ακούγεται νοσταλγική μουσική.}
Εγώ στα νιάτα μου, ήμουν πολύ ωραία γυναίκα. Έκανα το χέρι μου έτσι, και έρχονταν οι άνδρες σειρές! Όμως, βλέπεις, εγώ αγαπούσα έναν. Όπως και να το κάνουμε, ωστόσο, τα ειδύλλια είναι περιστασιακά!…
Ελένη
Ο έρωτάς σας, απλά, δεν άνθισε, επειδή καταπιεστήκατε!
Ιοκάστη
Ο ρομαντισμός με τον οποίο εκφράζετε την αφέλειά σας, εσείς οι νέοι, είναι, πράγματι, αξιολάτρευτος! Μακάρι να ‘ταν έτσι η ζωή! Όλο νιάτα!
Η Ελένη δακρύζει.
Ιοκάστη
Ήταν φτωχός. Πένης, πώς το λένε; Ο πατέρας μου δεν ήθελε να ακούσει για τίποτε περί ηλιθίων σχέσεων. Παντρεύτηκα τον πατέρα σου, λοιπόν.
Ελένη
Τον αγαπάς, όμως;
Ιοκάστη
Τι πράγμα;
Ελένη
Λέω, τον αγαπάς; Είσαι ευτυχισμένη μαζί του; Σε κάνει να νιώθεις η πιο τυχερή γυναίκα σε όλον τον κόσμο;
Ιοκάστη
“Αγαπώ”… Βαριά κουβέντα! Αγαπώ τα παιδιά μου. Ο πατέρας σου, ήταν μια σύμβαση, ένα κοινωνικό συμβόλαιο. Τον συνήθισα. Ναι, θα ήταν αλλιώτικη η ζωή μου δίχως αυτόν. Βέβαια…
{Γελάει}
Εγώ τα χάρηκα τα νιάτα και την ομορφιά μου, αν με καταλαβαίνεις…
Η Ελένη την κοιτά παραξενεμένη.
Ιοκάστη
Το σκέφτηκε όπως κι εσύ: αξιοπρέπεια είναι η ελευθερία. Και το έκανα!
Ελένη
Το ξέρει αυτό ο πατέρας;
Ιοκάστη
Ο πατέρας ξέρει ό,τι πρέπει να ξέρει! Γι’ αυτό σου λέω: πέρασα ζωή χαρισάμενη! Λεφτά, εκδρομές, δώρα! Το προξενιό, έχει τη χάρη του! Και, αν είσαι πλούσια, ούτε που θα δουλεύεις!
Ελένη
Δηλαδή, χάρηκες τα νιάτα σου;
Ιοκάστη
Δε φαντάζεσαι…
Ελένη
Διότι, εγώ, θυμάμαι αλλιώς τον πατέρα, κάθε φορά που γυρνούσες αργά…
Ιοκάστη
(Με παύση)
Τι εννοείς;…
Ελένη
Θυμάμαι τις φωνές… Τον βούρδουλα…
Ιοκάστη
(Χτυπάει το χέρι στο τραπέζι)
Σουτ! Σκασμός! Αναιδεστάτη! Μου μιλάς σα να είμαι φίλη σου! Δεν ξέρεις πού πάν’ τα τέσσερα, ακούς; Να! Πάλι με σύγχισες, είχες δεν είχες!
Ελένη
Δε θέλησες ποτέ να βγεις; Να πάρεις καθαρό αέρα; Μπορείς να φύγεις! Να ανοίξεις τα φτερά σου!
Ιοκάστη
Είπα! Σιωπή! Εγώ κρίνω καλύτερα από εσένα τι πρέπει να κάνω και τι όχι! Τώρα, κουνήσου και πήγαινε με τη Μάρω στο κέντρο, να πάρεις νυφικό!
{Χτυπάει το χέρι στο τραπέζι}
Παντρεύεσαι!
Κλείνουν τα φώτα, παίζει έντονη μουσική. Οι ηθοποιοί βγαίνουν από τη σκηνή. Όταν τα φώτα ανοίγουν, μπαίνει ο πατέρας, φαίνεται κουρασμένος και ταλαιπωρημένος. Κάθεται στο τραπέζι.
Βενέδικτος
Σοφία! Πού είσαι, επιτέλους!
Σοφία
Εδώ είμαι. Διατάξατε.
Βενέδικτος
Φέρε ένα ποτό με πολύ αλκοόλ. Θέλω να πιω.
Σοφία
Κύριε, είναι πρωί ακόμα!
Βενέδικτος
Δεν είσαι εδώ για να κάνεις ερωτήσεις! Φέρε το ποτό και βγάλε τον σκασμό!
Σοφία
Δεν έχουμε ποτό, κύριε.
Βενέδικτος
Δεν έψαξες καν.
Σοφία
Δεν έχουμε ποτό, κύριε.
Βενέδικτος
Πήγαινε να πάρεις, τότε! Κοντά στον νου κι η γνώση! Αμάν!
Σοφία
Δεν έχουμε λεφτά, κύριε.
Βενέδικτος
Μη λες βλακείες! Είμαστε μια οικογένεια με αξιοπρέπεια και τιμή. Πάντα έχουμε χρήματα! Πάρε, εδώ. Και πάρε ένα καλό.
Σοφία
Τι είναι αυτά;
Βενέδικτος
Λεφτά, στραβή είσαι; Ή δεν τα έχεις συνηθίσει, επειδή ήτανε λιμενεργάτης ο πατέρας σου;
Σοφία
Αυτά δε φτάνουν ούτε για ψίχουλο, κύριε. Με πέντε δραχμές, τι να πάρω; Τα καλά ποτά θέλουνε τουλάχιστον εικοσιπέντε δραχμές.
Βενέδικτος
Πόσο; Ε… Μην πάρεις! Με νευρίασες! Πήγαινε μέσα, άντε!
Η Σοφία φεύγει με χαμόγελο.
Βενέδικτος
Πώς κατέληξες έτσι, μωρέ Βενέδικτε; Μου λες; Να ψάχνεις λεφτά για να πάρεις ένα μπουκάλι κονιάκ, και να γίνεις μπεκρής! Πού πήγε η αξιοπρέπειά σου…
Η πόρτα ανοίγει, και μπαίνει αλαφιασμένος ο γιος. Ο Βενέδικτος φτιάχνεται με το που ακούει την πόρτα, και φτιάχνει την κορμοστασιά του.
Βενέδικτος
Ώστε, ήρθες, επιτέλους, γιε μου; Σε έψαχνα, από το πρωί!
Εμμανουήλ
Είναι εδώ η μητέρα; Πρέπει να… να της πω κάτι πολύ σημαντικό!…
Βενέδικτος
Ω, μα γιατί να το πεις στη μητέρα;
{Σηκώνεται, και τον πιάνει από τον ώμο}
Έλα, κάτσε και πες τα που όλα!…
Ο Εμμανουήλ κάθεται, μα φαίνεται πιεσμένος. Κάθεται και ο Βενέδικτος.
Βενέδικτος
Ξεκίνα, λοιπόν!… Δικηγόρε μου!
{Γελάει}
Εμμανουήλ
Λοιπόν, πρόκειται για την υπόθεση… Είναι… Είναι μεγάλη!…
Βενέδικτος
Ω, μα το ξέρω! Μου τα έχει πει όλα ο υπαστυνόμος Αλκιβιάδου! Ξέρεις, ο παιδικός μου φίλος…
Εμμανουήλ
Σου τα έχει πει… Όλα;
Βενέδικτος
Μάλιστα! Όλα!… Τα πάντα!
Εμμανουήλ
Και… Τι έχεις να πεις;
Βενέδικτος
Ότι θα το κυνηγήσεις όσο πάει! Να βάλεις αυτόν τον εγκληματία, αυτή την αιματορουφήχτρα, στη φυλακή! Να σαπίσει, στα κάγκελα! Ακριβώς όπως πρέπει να κάνουν οι μεγάλοι δικηγόροι!
{Γελάει}
Ο Εμμανουήλ ξεροκαταπίνει, κοιτάει αλλού.
Βενέδικτος
Πήγαινε, λοιπόν, να πεις και στη μάνα σου τα καλά νέα! Είμαστε περήφανοι για εσένα!
Εμμανουήλ
Πατέρα, ξέρω… Ξέρω γιατί έκανες εκείνο το γλέντι!
Βενέδικτος
Μα, για να γιορτάσουμε, βεβαίως! Η επιτυχία σου είναι απλά μια ακόμη απόδειξη της καλλιέργειας αξιοπρέπειας, και–
Εμμανουήλ
“Αξιοπρέπεια”… Αυτή η λέξη σάς αρέσεις πολύ, έτσι δεν είναι;
Βενέδικτος
Δεν είμαστε ζώα, είμαστε άνθρωποι!
Εμμανουήλ
Εκείνο το γλέντι, δεν ήταν για το πτυχίο. Δεν ήταν γι’ αυτό το χαρτί! Όχι!
Βενέδικτος
Τι υπονοείς;
Εμμανουήλ
Ήταν για να καθαρίσεις το όνομα! Για να πείσεις όλους πως είχα αφήσει πίσω την άλλη μου ζωή!
Βενέδικτος
Η άλλη ζωή σου είναι παρελθόν! Πάψε, πια, σαν κακομαθημένο να φέρνεις πίσω κλειστές υποθέσεις! Προχώρησες! Έγινες άντρας!
Εμμανουήλ
Πατέρα, άκουσε με πολύ προσεκτικά: η αξιοπρέπειά σου, είναι αυτή που με ντροπιάζει! Προτιμούσα την άλλη μου ζωή!
Ο πατέρας σηκώνεται από τη θέση, το ίδιο και ο γιος.
Βενέδικτος
Εμμανουήλ; Είσαι πιωμένος; Ακούς τι ξεστομίζει το στόμα σου;
Εμμανουήλ
Δε σας αρέσει η αλήθεια;
Βενέδικτος
Πριν σε προκόψω εγώ, θες, μήπως να σου θυμίσω πως ήσουν…
Εμμανουήλ
Τι; Τι ήμουν; Πείτε το, πατέρα! Πείτε το!
Βενέδικτος
(Φωνάζοντας)
Πρεζάκιας ήσουν!
Σιωπή. Μπαίνει η μητέρα, με το νυχτικό της.
Ιοκάστη
Μα, τι φωνές είναι αυτές, πια;
Βενέδικτος
Μας συγχωρείς, Ιοκάστη… Ο γιος σου, από εδώ, δε σέβεται πως η κατάστασή σου είναι εύθραυστη!
Εμμανουήλ
Έχει δίκιο ο πατέρας… Δε σέβομαι τίποτα, εγώ!…
Άλλη λίγη σιωπή.
Βενέδικτος
Κάτι ήθελες να πεις στη μητέρα σου… Εγώ… Εγώ θα περάσω από το χρηματιστήριο, να ελέγξω κάτι ομόλογα…
Ο Βενέδικτος φεύγει βιαστικά.
Ιοκάστη
Κάτσε, σε παρακαλώ, Εμμανουήλ, και ηρέμησε…
Ο Εμμανουήλ κάθεται.
Ιοκάστη
Ο πατέρας σου είναι σε δύσκολη κατάσταση… Έχει γεράσει, πια, και δεν έχει τις αντοχές που είχε κάποτε… Λυπήσου τον…
Εμμανουήλ
Θα συμφωνήσω σε ένα πράγμα: στο ότι, πράγματι, ο πατέρας είναι μόνο για λύπηση!
Βγάζει κάτι χαρτιά από την τσέπη του, και τα βάζει στο τραπέζι.
Ιοκάστη
Τι είναι αυτά;
Εμμανουήλ
Τα αρχεία τής υπόθεσης που ανέλαβα. Θες να τα δεις;
Η μητέρα κάθεται, και αρχίζει να διαβάζει.
Ιοκάστη
Τι πράγματα είναι αυτά; Πώς τολμάς και φέρνεις τέτοια χαρτιά μέσα στο σπίτι μου;
Εμμανουήλ
Ήρθε η ώρα να μην κρυβόμαστε, πια, πίσω από το δάχτυλό μας!
Ιοκάστη
Θα μου πεις, επιτέλους, τι σημαίνουν όλα αυτά; Ε; Δεν καταλαβαίνω τις δικηγορίστικες λέξεις!
Εμμανουήλ
Πολύ καλά τις καταλαβαίνεις, μητέρα… Όμως δε θες να το αποδεχτείς! Ο πατέρας…
Ιοκάστη
Ο πατέρας;… Τι;…
Εμμανουήλ
Ήταν αυτός ο βιομήχανος, που εμπλεκόταν στο οικονομικό σκάνδαλο που συγκαλύφθηκε! Γι’ αυτό, μετά την κατοχή, έχει πάθει εμμονή με αυτήν την αξιοπρέπεια! Όλα τα κομμάτια, ταιριάζουν!
Ιοκάστη
Αυτά είναι συκωφαντίες! Αναπαράγεις όλες τις αβάσιμες ηλιθιότητες που ο κάθε τυχάρπαστος εκτόξευσε ενάντια στο όνομά μας!
Εμμανουήλ
Μητέρα, τα στοιχεία δε λένε ψέματα!
Ιοκάστη
Είναι πλαστά! Ο πατέρας σου ποτέ δε θα… Είναι σαν όλα εκείνα που έφτιαξαν και φύτεψαν οι αντίπαλοί του!
Εμμανουήλ
Υπάρχουν και άλλα;
Ιοκάστη
Τίποτα δεν υπάρχει! Είναι όλα ψεύτικα!
Εμμανουήλ
Θέλω αυτά τα στοιχεία, μητέρα!
Η Ιοκάστη σηκώνεται απότομα.
Ιοκάστη
Σου απαγορεύω να συνεχίσεις την υπόθεση! Γίνε άντρας, επιτέλους, ωρίμασε, και άσε τούς παλιμπαιδισμούς! Δεν είσαι νήπιο, για όνομα του Θεού!
Εμμανουήλ
Εμπιστεύεσαι αυτόν τον άνδρα; Ξέρεις τα πάντα για αυτόν;
Ιοκάστη
Αρκετά, ώστε να ξέρω πως δεν εμπλέκεται σε κανένα σκάνδαλο!
Εμμανουήλ
Πώς τον γνώρισες;
Ιοκάστη
Από προξενιό! Ήταν από καλή οικογένεια! Τον ήξεραν όλοι, και ο πατέρας μου φρόντισε να παντρευτώ τον καλύτερο! Θα έρθεις εσύ, τώρα, άγουρος, είκοσι ετών, να κατηγορήσεις τον έναν και μοναδικό Βενέδικτο Ευφραιμίου;
Εμμανουήλ
Ξέρουμε και οι δύο, πολύ καλά, ποιος είναι αυτός! Τον έχουμε ζήσει, δεν είμαστε ξένοι! Την αξιοπρέπειά του, την είδαμε σε όλους τους ξυλοδαρμούς και τους βούρδουλες, όλα τα σημάδια, τους μώλωπες, τις μελανιές!
Ιοκάστη
Ήσαστε ανυπάκουοι! Αυτές του οι τεχνικές ήταν που σαν συνέτισαν! Ποτέ σου δε θα είχες γίνει δικηγόρος, αν–
Εμμανουήλ
Ήσουν κι εσύ ανυπάκουοι; Σε συνέτισε κι εσένα;
Ιοκάστη
Πώς τολμάς;–
Εμμανουήλ
Ήμαστε μικρά, μα όχι ηλίθια! Όλα τα καταλαβαίναμε!
Ιοκάστη
Για όνομα, πια! Είστε και οι δυο σας τόσο δραματικοί! Σας χρειάζεται ένα γερό χέρι ξύλο! Όσο για αυτά τα χαρτιά που τόλμησες και αράδιασες στο τραπέζι μου…
Η μητέρα παίρνει τα χαρτιά, και τα σκίζει.
Εμμανουήλ
Μητέρα, τι κάνεις;–
Ιοκάστη
Σκασμός! Μάθε να σέβεσαι, παλιόπαιδο! Πήρες ένα ψωροπτυχίο και νομίζεις ότι έκανες κάτι! Γρήγορα, εξαφανίσου!
Εμμανουήλ
Μέχρι να αφήσω τη στερνή μου πνοή, στο λέω, θα παλεύω αυτός ο μπάσταρδος να σαπίσει στη φυλακή!
Ο Εμμανουήλ φεύγει. Η Ιοκάστη κάθεται απελπισμένη στην καρέκλα. Σε λίγη ώρα, η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η κόρη με τη Μάρω.
Ιοκάστη
(Σκουπίζοντας τα δάκρυα)
Γυρίσατε; Αχ, να σε δω!
Η Ελένη είναι θλιμμένη, και κρατά ένα νυφικό. Η Ιοκάστη το παίρνει, και το απλώνει μπροστά της, για να το δει.
Ιοκάστη
Αχ! Τι όμορφο, Θεέ μου! Θα σου πάει γάντι!
Η Ελένη χαμογελάει ψεύτικα.
Ιοκάστη
Το δοκίμασες; Πώς σου πάει;
Μάρω
Δεν καταδεχόταν να το δοκιμάσει, κυρία…
Ιοκάστη
Καλώς… Δεν πειράζει, θα το φορέσει τώρα, να τη δούμε… Αχ, είσαι που είσαι πανέμορφη, αλλά αυτό το φόρεμα θα σου ταιριάζει τέλεια!
Ελένη
Μητέρα, δε θέλω να παντρευτώ.
Ιοκάστη
Αχ, χρυσή μου, μη λέμε πάλι τα ίδια, έτσι; Θυμάσαι τι είπαμε, ε; Το μυστικούλι μας;… Εσύ θα είσαι χαρούμενη και καλοσυνάτη, και–
Ελένη
Μητέρα, δε θέλω να παντρευτώ.
Ιοκάστη
(Λίγο πιο σοβαρή)
Καλώς, λοιπόν… Θα… Θα δοκιμάσεις το φόρεμα, και θα δούμε…
Ελένη
(Κοιτώντας τη στα μάτια)
Μητέρα, είπα, δε θέλω να παντρευτώ!
Η Ιοκάστη κοιτάει το κοινό, και παίρνει μια βαθιά ανάσα.
Ιοκάστη
(Ήρεμα)
Δε θα το συζητήσω άλλο…
Ελένη
Μα, μητέρα…
Ιοκάστη
(Φωνάζει)
Δε θα το συζητήσω άλλο! Με έχετε κάνει, εδώ πέρα μέσα, τιμωρό! Να φωνάζω και να κανονίζω εγώ τις δουλειές! Μια ο αδελφός σου, με τις ηλίθιες συνωμοσίες του, μια εσύ με τους ρομαντικούς ριζοσπαστισμούς σου! Βαρέθηκα, πια!
{Δακρύζει, μιλά πιο ήρεμα}
Ποιος είμαι; Ο Θεός είμαι να μου λέτε όλοι ό,τι θέλετε; ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥ! Πήγαινε φόρεσε το φόρεμα, και μην το ξαναπώ!
Η Ελένη σέρνει το φόρεμα ως τα παρασκήνια, η Μάρω φεύγει από την άλλη. Η Ιοκάστη κάθεται σε μία καρέκλα. Αφού κοιτάει λίγο το κενό, ανοίγει ένα ντουλάπι και βγάζει ένα μπουκάλι με ποτό. Βάζει σε ένα ποτήρι, τοποθετεί το μπουκάλι στη θέση του, κάθεται, και πίνει μια γουλιά.
Ιοκάστη
Θέλω λίγο καθαρό αέρα… Να βγω… Να αναπνεύσω… Ή να το πνίξω…
Ανοίγει η πόρτα, και μπαίνει ο πατέρας. Η μητέρα παίρνει το ποτήρι, και το κρύβει κάτω από το τραπέζι. Φτιάχνει τα μαλλιά της.
Ιοκάστη
Γύρισες, Βενέδικτε;…
Βενέδικτος
Μάλιστα… Όλα πάνε μια χαρά! Τα χρήματα θα αυγατιστούν…
Ιοκάστη
Δηλαδή, θα έχουμε αρκετά χρήματα για να τρώμε φαγητό τής προκοπής;
Βενέδικτος
Τι; Τι είπες;
Ιοκάστη
Για να έχουμε, πια, αυτήν την πολυπόθητη “αξιοπρέπεια”, να μην τρώμε σκέτα αυγά, αλλά να θυμηθούμε εκείνο το Εγγλέζικο πρωινό, που λησμονούμε…
Βενέδικτος
Δεν καταλαβαίνω! Τι λες; Σήμερα το πρωί, τι έφαγες;
Ιοκάστη
Εγώ; Τίποτα. Τα παιδιά μοιραστήκανε ένα αυγό, καμμένο.
Βενέδικτος
Αυτές οι σουσουράδες, οι υπηρέτριες! Το ήξερα πως σουφρώνουν φαγητό! Εγώ είχα παραγγείλει να σας φέρουν πλουσιοπάροχο γεύμα, και για την επιτυχία τού μικρού…
Ιοκάστη
Ποιον κοροϊδεύεις τώρα, Βενέδικτε; Σάμπως δεν ξέρουμε τα χαΐρια σου! Σάμπως δεν ξέρουμε πως η εμμονή σου πηγάζει από αυτή σου τη συνεχή επιθυμία να συγκαλύπτεις τα ρεζιλίκια σου!
Βενέδικτος
Προς τι αυτές οι μιζέριες, μου λες; Τι σε έκανε και έχεις στον νου τέτοιες παλιοσκέψεις;
Ιοκάστη
Ο μικρός, μου είπε για την υπόθεση, που ανέλαβε…
Βενέδικτος
Κι εμένα… Μεγάλη υπόθεση…
Ιοκάστη
Αμέ… ΠΟΛΥ μεγάλη…
Η Ιοκάστη κοιτάζει το κενό με το ένα φρύδι σηκωμένο. Ο Βενέδικτος φαίνεται παραξενεμένος.
Βενέδικτος
Και;… Τι θες να πεις με αυτό; Δεν καταλαβαίνω!
Ιοκάστη
(Κοιτώντας το κενό, με κενό βλέμμα)
Ο Εμμανουήλ, με ρώτησε πώς σε γνώρισα…
Βενέδικτος
(Με μικρή παύση)
Έχουμε πει πολλές φορές πως θα λες ότι ήταν από προξενιό… Εγώ, από καλή οικογένεια, και ο πατέρας σου–
Ιοκάστη
(Με ελαφρώς υψωμένο τόνο)
Το ξέρω πολύ καλά το ποιηματάκι! Το έχω μάθει απ’ έξω, όλες τις φορές που το έχω πει… Για να συγκαλύψω την αναθεματισμένη σου αξιοπρέπεια…
Βενέδικτος
Μονάχα δική μου αξιοπρέπεια; Θες να σου θυμίσω τι ήσουν εσύ;
Ιοκάστη
Τι ήμουν; Πες το! Πες το, να ακούσει ο κόσμος τι γυναίκα ερωτεύτηκες!
Βενέδικτος
Δεν την ερωτεύτηκα, εγώ, αυτήν τη γυναίκα!
Σιωπή.
Ιοκάστη
Καιρός ήταν, λοιπόν, να το παραδεχτείς…
Βενέδικτος
Δεν καταλαβαίνεις!… Εσύ, τότε, ήσουν…
Ιοκάστη
Πες το!
Ο Βενέδικτος κοιτάει αλλού. Η Ιοκάστη τον πλησιάζει πολύ. Του φωνάζει κοντά στο αυτί.
Ιοκάστη
ΠΕΣ ΤΟ!
Βενέδικτος
(Ήρεμα)
Δεν υπάρχει λόγος… Είναι παρελθόν!
Ιοκάστη
(Φωνάζοντας)
Ήμουν ιερόδουλη! Ή, μήπως να μην το καλύψω με την αξιοπρέπειά σου, και να το πω κανονικά; Ε;
Βενέδικτος
Μην τολμήσεις και ξεστομίσεις αυτήν τη λέξη!
Ιοκάστη
(Φωνάζοντας)
Ήμουν πόρνη! Κι εσύ…
{Παύση}
… ο πιο τακτικός μου πελάτης!
Ο Βενέδικτος αφηνιάζει, και τη χαστουκίζει. Κάνει μερικά βήματα πίσω. Κοιτάει το χέρι του.
Βενέδικτος
Όχι!… Όχι, δεν…
Ιοκάστη
Μην απολογείσαι! Όχι, παρακαλώ! Πες αλήθεια! Πες το! Είμαι ένα ΤΕΡΑΣ!
Η Ιοκάστη φεύγει με έντονα συναισθήματα. Ο Βενέδικτος παραπατάει, και κάθεται στην καρέκλα.
Βενέδικτος
Ανάθεμα! Τι απέγινες, Βενέδικτε… Λόρδε…
Τα φώτα κλείνουν. Παίζει έντονη μουσική. Η σκηνή καθαρίζει. Όταν τα φώτα ανοίγουν, μπαίνει εξουθενωμένη η κόρη. Σωριάζεται στην καρέκλα, και, μετά από μία μικρή παύση, σηκώνει το ποτήρι, και το φέρνει στα χείλη της. Τρέχει η Μάρω.
Μάρω
Μη! Μην το κάνεις αυτό, στον εαυτό σου, Ελενίτσα!
Ελένη
Γιατί; Τι έχω να χάσω;…
Μάρω
Το είπε ο γιατρός πόσο κακό είναι για το παιδί!
Ελένη
Το “παιδί”; Μαύρη ζωή θα κάνει!… Καλύτερα να το σκοτώσω εγώ, εδώ, τώρα…
Πάει να πιει, μα η Μάρω τής το τραβάει από το χέρι.
Μάρω
Δε θα σε αφήσω να το κάνεις αυτό, ποτέ!
Η Ελένη καταρρέει. Αφήνει το ποτήρι στο τραπέζι, και πέφτει στην αγκαλιά τής Μάρως.
Ελένη
Μόνο εσύ με νοιάζεσαι, Μάρω!… Αν δεν είχα εσένα, τι θα έκανα… Πώς θα ζούσα…
Μάρω
Μα, τι είναι αυτά που λες; Ε; Για όνομα του Θεού! Σε νοιάζεται και ο πατέρας τού παιδιού!…
Ελένη
Με νοιάζεται; Έτσι εκμεταλλεύεται όποιος νοιάζεται; Ε; Που του παραδόθηκα ολάκερα, που του έδωσα το σώμα μου, κι εκείνος το βεβήλωσε; Ε; Έτσι σέβονται; Έτσι αγαπούν;
Μάρω
Έχεις τους γονείς σου!
Ελένη
(Γελώντας νευρικά)
Τους γονείς μου; ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ; Τι λες; Ακούς τι λες; Για ποιον μιλάς; Για το αυταρχικό παλιοτόμαρο; Αυτό το όρθιο κάθαρμα, που με πούλαγε στους γερμανούς για τη δική του “αξιοπρέπεια”;
Μάρω
Έχεις τη μητέρα σου, ωστόσο!
Ελένη
Παράτα με, πια, με αυτό το υποχείριο, που δεν έχει στόμα να μιλήσει! Μάνα είναι αυτή; Λέει πως κρατάει ισορροπίες, μα δεν την ένοιαξε ποτέ αν οι ζαλάδες και οι εμετοί μου, είναι ασθένεια!… Που πήγε και παντρεύτηκε τον πρώτο που βρήκε, μόνο για να…
Μάρω
Μη! Μη λερώνεις το στόμα σου με βρωμόλογα, κουτσουνούλα μου! Δεν αξίζει! Ο αδερφός σου; Αυτός θα σε νοιάζεται!
Ελένη
Ο Μανώλης έχει εμμονή, πια, με το δικηγοριλίκι! Θέλει, λέει, να κλείσει στη φυλακή τον ένοχο… Τόσο πολύ, που εμένα με ξεχνά πίσω! Μίλησε ποτέ για εμένα; Ε;
Λίγη σιωπή.
Ελένη
Δεν μπορώ άλλο, Μάρω! ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ! Θα κάνω κακό στον εαυτό μου! Φέρε μου ένα μαχαίρι! Σε παρακαλώ!
Μάρω
Τι πράγματα είναι αυτά που λες; Ε; Πάνω στο άνθος τής ηλικίας σου! Μην ακούω βλακείες!
Ελένη
(Κλαίγοντας και καταρρέοντας)
Θέλω να πεθάνω! Βοήθεια! Θέλω να με πάρει ο χάρος! Να πάω στον διάβολο!
Η Μάρω τη σφίγγει πιο πολύ στην αγκαλιά της. Μπαίνει ο πατέρας, και οι γυναίκες αφηνιάζουν.
Βενέδικτος
Τι συμβαίνει, εδώ;
Ελένη
(Σκουπίζοντας τα δάκρυα)
Τίποτε, πατέρα… Όλα βαίνουν ομαλώς… Είδα και το περιδέραιο, που μου πήρες… Είναι πολύ όμορφο, αλήθεια…
Βενέδικτος
Χαίρομαι που σου άρεσε. Αγοράσατε νυφικό;
Ελένη
Ναι!… Ένα πολύ ωραίο, με μεταξένια σχέδια, και πέπλο, και πέρλες…
Βενέδικτος
Πολύ καλά… Το δοκίμασες; Σου πηγαίνει;
Ελένη
Γάντι!…
Βενέδικτος
Μάρω, πήγαινε μέσα, να μαγειρέψεις, άντε. Μία η ώρα. Νηστικοί θα μείνουμε;
Η Μάρω φεύγει.
Ελένη
Πάω να βοηθήσω κι εγώ στην κουζίνα!…
Η Μάρω πάει να φύγει, όμως ο πατέρας της την πιάνει από το χέρι.
Βενέδικτος
Έχουμε σπιτονοικοκυρές, για κάποιον λόγο!… Φαντάζεσαι τι θα πουν, αν σε δουν να κάνεις δουλειές;
Ελένη
Πατέρα, σε παρακαλώ… Θα κλείσω τις κουρτίνες!
Βενέδικτος
Καλώς… Πήγαινε, λοιπόν, άντε!…
Η Ελένη φεύγει βιαστικά. Ο πατέρας προσέχει το ποτήρι επάνω στο τραπέζι, και το σηκώνει. Παραξενεμένος, ψάχνει τα ντουλάπια, και βρίσκει το μπουκάλι.
Βενέδικτος
Εισακούστηκαν οι προσευχές μου;… Ποιος έπινε βότκα;…
Ο Βενέδικτος έβαλε, ήπιε, ξαναέβαλε, ξαναήπιε, και πήρε το ποτήρι με το μπουκάλι, και πήγε στο δωμάτιό του. Σε λίγη ώρα μυστηριώδους μουσικής, χτυπάει το κουδούνι.
Σοφία
Κυρία! Σας ζητούν!
Ιοκάστη
Εμένα;
{Φτιάχνεται}
Να περάσουν!
Μπαίνει μια γυναίκα καλοφτιαγμένη, αριστοκράτισσα.
Ιοκάστη
Πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω;
Φίλη
Αχ, καλή μου, μην κάνεις λες και είμαστε ξένες! Η Χρυσάνθη είμαι, δε με αναγνώρισες;
Ιοκάστη
Χρυσάνθη! Αχ, πόσον καιρό έχουμε να ιδωθούμε! Πώς και από εδώ;
Φίλη
Εσύ με κάλεσες! Είπες πως ήθελες να βγούμε, υποχρεωτικά!
Ιοκάστη
Εγώ;… Ναι, εγώ! Ναι, ήθελα να πάμε κάπου, ξέρεις, κυριλάτα…
Φίλη
Α, παπά! Ποιος σε έκανε έτσι, χρυσή μου, τόσο φλώρικη; Άσ’ τα αυτά! Θα πάμε να το κάψουμε!
Ιοκάστη
Δηλαδή;
Φίλη
Θα πάμε στα μπουζούκια! Καζαντζίδη και Μπιθικώτση έχει η σημερινή βραδιά! Και θα κλείσουμε με Καίτη Γκρέυ!
Ιοκάστη
Βραδιά; Μα, η ώρα είναι μεσημέρι! Και τι ώρα θα γυρίσουμε, δηλαδή;
Φίλη
Ε, δε θα είναι δυο-τρεις;
Ιοκάστη
Α, και φοβήθηκα! Δηλαδή, σε δύο ωρίτσες, θα είμαστε πίσω.
Φίλη
Αχαχά! Τρεις τη νύχτα, παιδί μου! Άντε, πάμε! Θα ξεφαντώσουμε!
Ιοκάστη
Αξιοπρέπεια… Σκοτίστηκα! Πάμε! Μισό λεπτό, να πάρω χρήματα!
Φίλη
Τίποτα μην πάρεις! Κερνάω!
Φεύγουν χαρούμενες. Παίζει μουσική δυσμενής.
Μάρω
Κανένας δεν ήρθε να κάτσει για φαγητό… Μα, τι συμβαίνει, επιτέλους; Έφτασε βράδυ!
Η Μάρω φεύγει. Ο πατέρας μπαίνει με τη ρόμπα του, ξεμαλλιασμένος, απεριποίητος. Κοιτάει λίγο γύρω. Σε λίγο, μπαίνει βιαστικά ο γιος.
Βενέδικτος
Α, εδώ είσαι, γιε μου;…
Εμμανουήλ
Δε με βλέπετε, πατέρα;
Βενέδικτος
Μμμμ… Μάλιστα… Και… Για πού το έβαλες, τόσο αργά;
Εμμανουήλ
Πέρασε ο καιρός που έπρεπε να δίνω αναφορά, δε θαρρείτε;
Πάει να φύγει.
Βενέδικτος
Για έλα εδώ, λίγο! Μικρέ μου επαναστάτη!…
{Γελάει}
Έλα εδώ, να δούμε τι θα σε κάνουμε, εσένα…
Ο Εμμανουήλ πλησιάζει με επιφύλαξη. Ο Βενέδικτος τον πιάνει από τον ώμο.
Εμμανουήλ
Πατέρα, έχετε πιει;
Βενέδικτος
Οι καιροί που έδινα εγώ αναφορά, έχουν τελειώσει πολύ πριν τους δικούς σου!
{Γελάει}
Για πες, τώρα, στον πατερούλη σου… Πού πας, τέτοια ώρα; Ε; Είναι αργά… Και ο κόσμος είναι επικίνδυνος…
Εμμανουήλ
Βρέθηκε ένα νέο στοιχείο, για την υπόθεση που διερευνώ, και–
Βενέδικτος
(Τον αφήνει από τον ώμο)
Ξέρεις τι λέει ο λαός! Η πολλή δουλειά, σκοτώνει τον αφέντη! Θα σε φάει το πολύ δικηγοριλίκι!… Και πρέπει να δείξεις, πάνω απ’ όλα… Αξιοπρέπεια!
Εμμανουήλ
Αξιοπρέπεια… Ξέρω, πατέρα. Μα, όταν πιάσω αυτόν που κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά, και, σας το λέω, δε θα πεθάνω αν δεν το κάνω, το κάθαρμα θα σαπίσει στη φυλακή!
Βενέδικτος
Να σαπίσει! Το παλιοτόμαρο!
{Γελάει}
Βλέπεις, εκείνος δεν έχει αξιοπρέπεια…
Ο Εμμανουήλ πάει προς την πόρτα.
Βενέδικτος
(Κοφτά, δυνατά)
Δε θα πας πουθενά!
Εμμανουήλ
Λυπάμαι, αλλά είναι για δουλειά…
Βενέδικτος
Σκασμός! Αναιδέστατε! Το σπίτι είναι δικό μου, κι εγώ αποφασίζω ποιος φεύγει, και ποιος μένει! Άκουσες;
Εμμανουήλ
Πατέρα, λυπάμαι, αλλά πρέπει να φύγω, και δεν έχω όρεξη για παλιμπαιδισμούς!
Βενέδικτος
Τι είπες;
Ο Εμμανουήλ πάει να φύγει. Ο πατέρας του τρέχει, τον πιάνει, και τον τραβάει πίσω.
Βενέδικτος
Δε θα πας πουθενά!
Ο Εμμανουήλ τραβιέται να φύγει, όμως ο Βενέδικτος τον κρατάει πίσω.
Βενέδικτος
Αμ, δε φταίει κανείς άλλος! Εγώ φταίω! Που δεν φρόντισα να φας γερό χέρι ξύλο, όταν ήσουνα μικρός, και σε άφησα λάσκα, να γυρνάς και να χαλάς το χαρτζιλίκι σου σε ποτά, χασίσια και οίκους ανοχής!
Εμμανουήλ
Πατέρα, σας παρακαλώ!–
Ο Βενέδικτος τον ρίχνει στην καρέκλα, και τραβάει μια ζώνη.
Βενέδικτος
Με αυτόν εδώ, τον βούρδουλα, έπρεπε να σ’ έχω τιμωρήσει παραπάνω!
Εμμανουήλ
Πατέρα! Παρεκτρέπεστε! Δρα το αλκοόλ!
Ο Βενέδικτος πάει απότομα προς τη μεριά του Εμμανουήλ, μα εκείνος πάει από την άλλη πλευρά τού τραπεζιού.
Βενέδικτος
Θα φας, απόψε, τόσο ξύλο!
{Χτυπάει τη ζώνη στο τραπέζι}
Τόσο ξύλο που δε θα το ξεχάσεις ποτέ!
{>>}
Τόσο ξύλο, κακομαθημένο παλιόπαιδο, που θα το βλέπεις στον ύπνο σου!
{>>}
Διότι αυτό είναι που τόσο απεγνωσμένα θες!
{>>}
Ένα γερό…
{>>}
… χέρι…
{>>}
… ΞΥΛΟ!
{>>}
Λίγη σιωπή. Ο Εμμανουήλ αφήνει τα χαρτιά που είχε στο χέρι του επάνω στο τραπέζι, και τραβάει μέσα από το σακάκι του ένα πούρο. Παίρνει ένα σπίρτο, και το ανάβει. Ο πατέρας έχει κλειστά μάτια.
Βενέδικτος
Τι… Τι είναι αυτό;
{Ανοίγει μάτια}
ΠΟΥΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;
Ο Εμμανουήλ το καπνίζει, πάει πιο κοντά στον πατέρα του, και του φυσάει τον καπνό στο πρόσωπο.
Εμμανουήλ
(Φωνάζοντας)
Είναι χασίσι!
Ο πατέρας τραβιέται, και του δίνει ένα χαστούκι.
Βενέδικτος
Ώστε!… Είναι αλήθεια! Χασίσι, ε; Πρεζάκιας είσαι ακόμη, έτσι δεν είναι; Τι δικηγοριλίκι και δικαιοσύνη μου λες, ρε παλιοτόμαρο; Ξέρω σε τι κέντρα και σε τι διασκεδάσεις τρως τα λεφτά μου!
Εμμανουήλ
Σίγουρα καλύτερης ποιότητας από εκεί που τα χαλάς εσύ!…
Σιωπή. Ο Βενέδικτος σηκώνει τη ζώνη, και τότε ακούγονται χαρούμενες φωνές. Όλα παύουν. Ανοίγει η πόρτα, και μπαίνει η Ιοκάστη, μεθυσμένη. Τραγουδάει λαϊκά τραγούδια, και παραπατάει, έχει λόξυγγα.
Ιοκάστη
(Τραγουδώντας)
Το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο
όπως τα όνειρα που έκανα παιδί
Το άλλο τ’ άλογο να είναι μαύρο
Σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή
(Μεθυσμένη)
Ωχ!… Τι βλέπω;… Ώστε… Ώστε παίζεις πάλι με τη ζωνούλα σου;…
{Γελάει}
Να μη σε διακόπτω, τότε… Εγώ… Θα πάω να ξαπλώσω…
Πάει να φύγει.
Βενέδικτος
Πού ήσουν, Ιοκάστη;
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Έξω!… Διασκέδαζα… Αλλά, μη φοβάσαι! Με αξιοπρέπεια!…
{Γελάει}
Εσύ, Εμμανουήλ; “Εμμανουήλ”… Όνομα και αυτό… Σαν προφήτης είναι!
{>>}
Τέλος πάντων… Ναι… Πού πας, Εμμανουήλ;
Εμμανουήλ
Πάω έξω, έχω δουλειές.
Ιοκάστη
Ουυυυ… Ο δικηγόρος τής οικογενείας, έχει δουλειές… Και, για πες μου, έχει πολλές δουλειές;…
Εμμανουήλ
Εγώ αποχωρώ… Και δε θα με ξαναδείτε!
Βενέδικτος
Έτσι και βγεις από αυτήν την πόρτα, δεν είσαι γιος μου!
Ο Εμμανουήλ σταματάει, λίγο. Κοιτάει τον πατέρα του. Στέκεται. Ύστερα φεύγει αποφασιστικά. Λίγη σιωπή. Η Ιοκάστη κάθεται στραβοπατώντας σε μια καρέκλα.
Βενέδικτος
Πού ήσουν;
Ιοκάστη
Ο Μανωλάκης μας, είναι πολύ καλό παιδί… Λίγο οξύθυμο, αλλά… Ποιος νοιάστηκε; Για γαμπρό θα τον πάρουμε;
{Γελάει}
Μην είσαι αυστηρούλης, μαζί του… Αφού, ξέρουμε, ότι, βαθιά μέσα σου, είσαι μάλαμα!…
{Γελάει}
Βενέδικτος
Με ποιον ήσουν έξω; Πώς γύρισες πίσω; Δε σου είπα να μην ξαναπιείς;
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Μου το είπες; Α, δε θυμάμαι!… Είμαι ντίρλα!…
{Γελάει}
Βενέδικτος
Καταλαβαίνεις ότι χάνεται ο έλεγχος; Τι είπε ο κόσμος όταν θα σε είδε έξω, να γλεντάς, ε; Μου λες; Από πού κι ως πού είσαι εσύ μια μπεκρού και μπουζουκτσού;
Ιοκάστη
(>>)
Γιατί να μην είμαι; Καλύτερο από το πεζοδρόμιο!…
{Λόξυγγας, βήχει}
Βενέδικτος
Πού πήγε η αξιοπρέπειά μας, Ιοκάστη;
Ιοκάστη
(Φωνάζει μεθυσμένη)
Σκοτίστηκα!
Ο Βενέδικτος κοιτάει το κοινό, και κάνει παύση.
Βενέδικτος
Λοιπόν, ως εδώ! Αναλαμβάνω τα καθήκοντά μου, ως άνδρας τού σπιτιού! Θα κάνουμε οικονομικές περικοπές, εν αρχή!
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Δεν έχεις δικαιοδοσία, επάνω στα παιδιά!
Βενέδικτος
Από πότε;
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Από τότε που γεννήθηκαν… {Παύση} Γιατί δεν είναι δικά σου!
Βενέδικτος
Πώς;
Ιοκάστη
Αυτό που άκουσες… Θυμάσαι που ήμουν στέρφα; Ε; Ε, λοιπόν, μάντεψε τι! Δεν ήμουν!
{Γελάει}
Εσύ ήσουν άγονος! Ε, κι εγώ ήμουν νέα γυναίκα!… Ήθελα παιδιά… Κι έκανα παιδιά!
{Γελάει, λόξυγγας}
Ο Βενέδικτος κοιτάει το κενό.
Βενέδικτος
(Κουνάει το κεφάλι με άρνηση)
Όχι… Δε μιλάς εσύ, Ιοκάστη, το αλκοόλ μιλάει!
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Όχι! Δε μιλάει το αλκοόλ! Εγώ μιλάω! Δεν είσαι ο πατέρας τον παιδιών μου! Ούτε βιολογικά, ούτε και με κανέναν άλλον τρόπο!
{Γελάει}
Βενέδικτος
Και… Και ποιος;… Ποιος είναι ο πατέρας;…
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Ο αδερφός σου!
Η Ιοκάστη αρχίζει να γελάει, ενώ παίζει έντονη μουσική, όλο και πιο δυνατά.
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Ω, τι μεγάλο σοκ! Διότι εκείνος ήταν, βέβαια, αριστερός! Και σκοτώθηκε για την πατρίδα! Σαν τον πατέρα σου, που… Που τον εκτελέσανε! Κι εσύ, επιμένεις να τον λες “γνωστό” σου… Όμως και τα παιδιά σου, έτσι θα σε λένε, όταν πεθάνεις!…
Ο Βενέδικτος βαριανασαίνει, και κάθεται.
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Αλλά… Ναι… Ό,τι πεις!… Πάρε την κατάσταση στα χέρια σου, σα σωστός άνδρας, που είσαι!
{Γελάει}
Άσε! Άσε, κολώνα τού σπιτιού μου, εσύ!
{Γελάει, ο Βενέδικτος κοιτάει στο υπερπέραν}
Θα το κανονίσω εγώ!… Μάρω! Πού είσαι, Μάρω!
Μάρω
Με φωνάξατε, κυρία;
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Μάλιστα… Ήθελα να σου πω ότι απολύεσαι! Πρέπει να κάνουμε “περικοπές”, λέει ο κύριός σου!
Η Μάρω κοιτάει έντρομη τον Βενέδικτο.
Μάρω
Ισχύει αυτό, κύριε;
Ο Βενέδικτος δεν την κοιτάζει. Γυρίζει το βλέμμα.
Μάρω
Μάλιστα… Ό,τι πείτε, λοιπόν.
Ιοκάστη
(>>)
Άντε, λοιπόν! Πήγαινε να μαζέψεις τη βαλίτσα σου! Να φωνάξω και την Ελένη, να σε αποχαιρετήσει;
{Γελάει}
Ελένη! Ελενίτσα! Έλα, σε παρακαλώ, να αποχαιρετήσεις τη Μάρω!
{Γελάει}
Μάρω
Θα πάω να την αποχαιρετήσω εγώ, μην αγχώνεστε… Εγώ, έτσι κι αλλιώς, μόνη μου, όλα αυτά τα χρόνια έκανε ό,τι έκανα…
Η Μάρω φεύγει.
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Εγώ λέω να πηγαίνω, σιγά-σιγά… Και πάψε, πια, να κάθεσαι σα χάνος!… Μια κουβέντα είπαμε!…
Η Μάρω βγαίνει από τα παρασκήνια έντρομη, δεν αναπνέει καλά.
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Ουφ! Φαίνεσαι λες και είδες φάντασμα, Μάρω…
Μάρω
Κυρία… Δεν… Μη…
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Μα, μίλα καθαρά, που να πάρει και να σε σηκώσει! Τι συνέβη, επιτέλους;
Μάρω
Η… Η Ελενίτσα!…
Ιοκάστη
(Μεθυσμένη)
Τι έγινε με την Ελενίτσα;
Η Μάρω δε μιλάει καθόλου.
Ιοκάστη
Ε, μα είσαι ανυπόφορη! Θα πάω να δω μόνη μου!
Μάρω
Μη!…
Ιοκάστη
Α, μα τι έγινε, επιτέλους! Μύγα σε τσίμπησε;
Μάρω
Μην πάτε μέσα, σας παρακαλώ…
Η Ιοκάστη πάει αποφασιστικά προς το δωμάτιο, όμως η Μάρω την εμποδίζει.
Ιοκάστη
Άσε με να περάσω!
Μάρω
(Κλαίγοντας)
Όχι! Σας παρακαλώ, κυρία, όχι, μην πάτε μέσα! Σας παρακαλώ! Όχι!
Η Ιοκάστη σπρώχνει τη Μάρω στην άκρη, και σταματάει πριν τα παρασκήνια.
Ιοκάστη
Όχι… Όχι… ΕΛΕΝΗ!
Κάνει μερικά βήματα πίσω, και χτυπάει επάνω στο τραπέζι.
Σοφία
Τι γίνεται; Ελένη;
Επικρατεί χάος. Η Ιοκάστη γονατίζει, η Μάρω κοιτάει αλλού, ο πατέρας γυρίζει αργά το κεφάλι του, κοιτάει στα παρασκήνια και παγώνει, ενώ η Σοφία μένει παγωμένη. Τα φώτα κλείνουν απότομα και παίζει έντονη μουσική. Φεύγουν όλοι από τη σκηνή, και τα φώτα ανοίγουν.
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ, ΣΠΙΤΙ, ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Ο Βενέδικτος μπαίνει αργά, με τη ρόμπα, και κάθεται στο τραπέζι, διαβάζει εφημερίδα. Είναι σοβαρός και ανέκφραστος. Χτυπάει το τηλέφωνο.
Βενέδικτος
Παρακαλώ.
{Παύση}
Ο ίδιος.
{>>}
Α, καλησπέρα σας, κύριε Νικολαΐδη!
{>>}
Ναι, ενθυμούμαι πολύ καλώς την υπόθεση. Έχει κλείσει εδώ και μερικά χρόνια.
{>>}
Μα, τι είναι αυτά που λέτε; Πώς είναι δυνατόν; Αφού το θέμα θεωρείτο λήξαν!
{>>}
Ε, λοιπόν, κάντε αυτό για το οποίο πληρώνεστε, και κανονίστε το!
{>>}
Δε δέχεται χρήματα;
{>>}
Φροντίστε αυτός ο νέος δικηγόρος, λοιπόν, να μην ξαναμπλεχτεί στα πόδια μας! Αρκετή φασαρία έφερε! Δεν κατανοείτε, μάλλον, πόσο μεγάλο πλήγμα για την εικόνα μου, είναι να μαθευτεί αυτή η υπόθεση…
{>>}
Αν αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος, τότε κάντε το! Θα κάνω ό,τι χρειαστεί, για να προστατέψω το όνομά μου!
{>>}
Χαίρετε.
Κλείνει το τηλέφωνο. Μπαίνει η Ιοκάστη, με ένα μαύρο, πρόχειρο φόρεμα, και λυτά τα μαλλιά.
Ιοκάστη
(Βαριεστημένα, κοιτώντας το κοινό)
Ποιος ήταν;
Βενέδικτος
Από την τράπεζα… Τίποτα σπουδαίο, εν πάση περιπτώσει.
Ιοκάστη
Ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα;
Βενέδικτος
(Κοιτάζοντας την εφημερίδα.)
Πέμπτη.
Ιοκάστη
Σήμερα κλείνουμε έναν μήνα, από τον θάνατο της Ελενίτσας…
Βενέδικτος
Είπαμε να μην τα σκέφτεσαι αυτά; Να κάνεις μια νέα αρχή; Ο γιατρός σού έδωσε τα φάρμακα για κάποιον λόγο. Αυτά τα αντικαταθλιπτικά…
Ιοκάστη
“Χάπια χαράς”…
Βενέδικτος
Ναι… “Χάπια χαράς”…
Ιοκάστη
Γίνεται μια μάνα να ξεχάσει τον θάνατο του σπλάχνου της; Εσύ και η αξιοπρέπειά σου, ωστόσο, είστε αλεξίσφαιροι, όσον αφορά το συναίσθημα, βλέπεις…
Λίγη σιωπή. Η μητέρα φαίνεται να ακούει κάτι.
Ιοκάστη
Κάποιος έφτασε. Θα είναι ο Εμμανουήλ. Δεν είναι και κανένας άλλος σε αυτό το σπίτι, εξ’ άλλου. Οι περίφημες “περικοπές” σου, μας την πήραν και τη Σοφία… Να ‘ναι καλά το κορίτσι.
Βενέδικτος
Ξέρεις πως το έκανα για να ανακάμψει αξιοπρεπώς το σπιτικό μας!…
Ξάφνου, ακούγεται ένας πυροβολισμός. Ο πατέρας τρομάζει, η μητέρα αφηνιάζει.
Ιοκάστη
Παναγία μου!
Τρέχει στην πόρτα, και παγώνει.
Ιοκάστη
(Με κλάμα)
Μανώλη μου!
Βγαίνει από τη σκηνή. Ο πατέρας αναστατώνεται. Τρέχει στο τηλέφωνο, και παίρνει κάποιον.
Βενέδικτος
Νικολαΐδη! Εσύ; Πες μου, ποιος ήταν αυτός ο δικηγόρος που σου είπα να καθαρίσεις;
{Παύση}
Πες μου, μωρέ!
{>>}
Πώς;… Πες το πάλι!
{>>}
Αφήνει το τηλέφωνο να πέσει, και σωριάζεται με κενό βλέμμα σε μια καρέκλα. Η Ιοκάστη μπαίνει με αργό βήμα, και σέρνει τα πόδια της.
Ιοκάστη
(Ψελλίζει)
Ο Μανωλάκης μου… Ο Μανώλης μου…
Γονατίζει προς το κοινό, και βγάζει μια σιωπηλή κραυγή. Η δυσμενής μουσική δυναμώνει. Η Ιοκάστη ξαπλώνει στο έδαφος, κουλουριάζεται, και κλαίει.
Βενέδικτος
(Φωνάζει)
Ιοκάστη! Ιοκάστη, σήκωσε τα μάτια σου, και δες με! Πάψε, πια, να κλαις! Πάψε! Έχουμε μια αξιοπρέπεια!
ΤΕΛΟΣ

No responses yet