Στείλε, (ότ)αν φτάσεις – Διήγημα

Latest Comments

Σαν σήμερα, πριν από τρία χρόνια, συνέβη το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην ιστορία τής ανθρωπότητας, που μέτρησε πενήντα εφτά νεκρούς και πολλούς ακόμη τραυματίες με τραύματα που θα διαρκέσουν μια ζωή. Το σιδηροδρμικό δυστύχημα των Τεμπών στις 28 Φλεβάρη τού 2023, επρόκειτο για τη μετωπιαία σίγκρουση δύο αμαξοστοιχιών. Μίας επιβατικής, και μίας εμπορικής. Αυτό το γεγνός τάραξε συθέμελα όλη τη χώρα. Τα δάκρυα, ωστόσο, των πολιτών, μετατράπηκαν, με τον καιρό, σε οργή. Ενάντια στο κυβερνητικό, αυτό, έγκλημα, μικροί και μεγάλοι έχουν ξεσηκωθεί την τελευταία εβδομάδα.

Κι εγώ, ο Λώλας Θεοφάνης, με τη σειρά μου, συμμετείχα στις καταλήψεις τού σχολείου μας, και στην μεγάλη πορεία στο κέντρο τής Πάτρας. Παλαιότερα, συγκινημένος από αυτό το γεγονός, συνέγραψα το βιβλίο μου “Κλίμακα Καρντάσεβ Μηδέν“. Αυτό το βιβλίο, που μιλάει για τον αλληλοσπαραγμό και την αδικία, επηρεάστηκε βαθιά από το γεγονός αυτό, που δε θα ξεχάσουμε ποτέ. Προς τιμήν των πενήντα εφτά αδικοχαμένων ψυχών, συνέγραψα πρόσφατα και ένα διήγημα, με τίτλο “Στείλε, (ότ)αν φτάσεις”.

Στείλε, (ότ)αν φτάσεις

<<Θα ξεκινούσε το πανεπιστήμιο. Ήταν το δεύτερο τετράμηνο, και θα ξεκινούσε τώρα. Ήταν από πολύ μικρή έξυπνη, που λες. Θυμάμαι, ακόμα, όταν είδε πρώτη φορά ένα βιβλίο λογοτεχνικό, ήταν η Φόνισσα, του Παπαδιαμάντη. Εκείνη κοριτσάκι ακόμη ούτε δέκα ετών, έκατσε και το διάβασε όλο. Και, πέρα από τα γράμματα, ήταν και έξυπνη στους αριθμούς. Ήδη από το δημοτικό, ασχολούνταν με εξισώσεις, και πολύπλοκα πράγματα, που άρμοζαν σε μυαλό λυκείου. Ήταν, τώρα, στα δεκαεννιά της χρόνια, έτοιμη ν’ ανοίξει τα φτερά της.

Εγώ στάθηκα έξω από την πόρτα, με τα λουλούδια που της έδωσα. Ήταν έτοιμη, το ένιωθα! Το κοριτσάκι μου, επιτέλους, θα μεγάλωνε! Θα γινότανε από αυτούς τους επιστήμονες, τους τρανούς. Εγώ δεν τις καταλάβαινα αυτές τις τεχνολογίες που ήθελε να σπουδάζει, μα τη στήριζα. Κι ας έφευγε από το χωριό μας, και να πήγαινε Σαλονίκη. Επήγε, λοιπόν, που λες, το βράδυ, ανέβηκε στο τρένο, κι εγώ της τα έδωσα τα λουλούδια, μαζεμένα σε μπουκετάκι όμορφο, σαν το προσωπάκι της.

– Αχ, κοριτσούλα μου! Πήγαινε, να τους δείξεις, τι πάει να πει μυαλό!

Αχ, γελάγαμε.

– Αχ, και να θυμάσαι, ε; Εκεί τις σάλτσες στην πίτα τις λένε αλοιφές!

– Ναι, μάνα, ξέρω! Χαχα!

Γελούσε και άστραφταν τα δόντια της, στην ομορφιά της το σύμπαν γονάτιζε!

– Πού μου πας στα ξένα;

Της είπα, ύστερα, ένα λεπτό προτού να φύγει το τρένο. Τις χάδεψα τα μαλλιά, της φίλησα το μέτωπο. Δάκρυσα, δεν μπορούσα να μη δακρύσω, αχ και να ήξερα, Θεέ μου! Αχ! Αχ και να ‘ξερα πόσο έπρεπε ακόμα να κλάψω!

– Μη φοβάσαι, μάνα. Τούτο το “μαραφέτι” που λες, που σου είχα πάρει, είναι κινητό. Θα σου στείλω μήνυμα.

– Καλά, κοριτσάκι μου, καλά. Στείλε μου, όταν φτάσεις…

Ε, τότες κόρναρε το τρένο, και την άφησα από το χεράκι. Ήταν το προσωπάκι της χαμογελαστό, μέσα από το παράθυρο, σαν έφευγε μακριά μου! Μα πού να ‘ξερα! Πού να ‘ξερα πόσο μακριά μου έφευγε!

Επήγα, ύστερα σπίτι, κι έκατσα. Θα περίμενα ως τα ξημερώματα, να χτυπήσει αυτό το τηλέφωνο, να δω πως έφτασε.

– Έλα, αναθεματισμένο μαραφέτι! Έλα, δούλεψε!

Μα δε δούλεψε ποτέ, και δεν ήθελα με τίποτε, ακόμη και μετά από πέντε ώρες, να πιστέψω πως έγινε κάτι, όχι, δεν ήθελα, δεν ήθελα! Προσευχήθηκα, ξανά και ξανά, γονάτισα φίλησα τις εικόνες, ήλπιζα πως το κινητό αυτό, το βλαμμένο αυτό μαραφέτι, είχε σπάσει, μα όχι, δούλευε ρολόι! Το τηλέφωνο δούλευε!

Και τα συμφέροντα των λίγων, και πάλι δούλευαν! Και το σχέδιο του φόνου, και αυτό, πάλι, δούλευε>>…

Σαν είπε αυτά η κυρία Μάρω, δάκρυσε και έκλαψε πικρά. Ύστερα ξάπλωσε στο γέρικο κρεβάτι της, έκλεισε τα κουρασμένα της ματοτσίνορα, τα ρυτιδιασμένα βλέφαρά της κάλυψαν τους οφθαλμούς, και, ήρεμα, τα τρεμάμενα χέρια της πιάστηκαν καταμεσής, κι εκείνη κοιμήθηκε γαλήνια… Και δεν ξύπνησε ποτέ…

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *