Ονομάζομαι Λώλας Θεοφάνης, και γεννηθείς το 2010, έχω υπάρξει συγγραφέας πολλαπλών βιβλίων. Έχω, επιπλέον, σκηνοθετήσει και ορισμένες θεατρικές παραστάσεις, και ασχολούμαι και με επιστημονικούς τομείς, όπως είναι η επιστήμη των υπολογιστών. Σε αυτό το άρθρο παραθέτω το σενάριο της θεατρικής παράστασης που βλέπετε στον τίτλο, η οποία πρόκειται να συμμετάσχει στο φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου το 2027.
Επιθεώρησις εις το Παρθεναγωγείον Αγίας Ούρσουλας
Θίασος “Οι Απροσάρμοστοι”
ΠΡΑΞΗ Ι
[ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ, γραφείο 1968-1972, ημέρα. Ακούγονται γέλια ανδρών (50). Μπαίνει ένας καλά ντυμένος άνδρας και ένας καθολικός κληρικός.]
Βελισάριος
(Γελώντας)
Ε, λοιπόν, αλήθεια, από πού τα θυμήθηκες, όλα αυτά, δεν έχω ιδέα!
Αλκιβιάδης
Ω, έλα τώρα! Μη μου πεις ότι δε θυμάσαι τι ξέφρενες φάρσες κάναμε στον Παπαγεωργίου!
Βελισάριος
Εμ, βλέπεις, νιάτα! Τα χαρήκαμε, τουλάχιστον, δε λες καλά; Άλλοι συμμαθητές έχουν καταλήξει γεροξεκούτηδες!
Αλκιβιάδης
Θα ‘θελα να ‘ξερα, αλήθεια, πού βρήκες την έμπνευση να ακολουθήσεις το θρησκευτικό. Ήσουνα θεοσεβούμενος, δεν αντιλέγω, αλλά τούτο δεν το περίμενα!
Βελισάριος
Μεγαλώνει ο άνθρωπος και αλλάζει. Εγώ αποφάσισα ότι σε αυτό ήθελα να αφιερωθώ.
Αλκιβιάδης
Και, πρέπει τώρα να σε λέω και πάτερ;
Βελισάριος
Για εσένα, θα είμαι ο παλιός, καλός Βελισάριος!
Αλκιβιάδης
Αλήθεια, η γυναίκα σου, πώς είναι;
Βελισάριος
(Παύση)
Η γυναίκα μου κι εγώ… Είμαστε πολύ καλά! Ακριβώς όπως μας άφησες! Και καλύτερα!
Αλκιβιάδης
Και, για πες μου, βρε Βελισάριε, τι ήταν όλα αυτά που ακούγονταν, για–
Βελισάριος
Τίποτε δεν ακουγόταν! Ξέρεις πώς είναι αυτές οι μεγάλες επιχειρήσεις, παντού ανταγωνιστές, και αντίπαλοι! Δικηγοριλίκι, να φάν’ και οι κότες, που λέει ο λόγος, χαμός! Εμείς, ωστόσο, διατηρούμε το κύρος μας!
Αλκιβιάδης
Μάλιστα… Δεν είχα καμία αμφιβολία!…
[Ο Βελισάριος κάνει μια παύση, και βεβιασμένα κάθεται στο γραφείο του.]
Βελισάριος
Κάτσε, σαν στο σπίτι σου. Έχω καιρό να δω άλλο πρόσωπο εδώ, βλέπεις!
Αλκιβιάδης
Θα το ήθελα, αλλά μου έχουν φορτώσει άλλες τρεις επιθεωρήσεις, και θα με πάρει η ώρα.
Βελισάριος
Ο κλασικός Αλκιβιάδης! Τύπος και υπογραμμός! Έννοια σου, και τούτη η επιθεώρηση δε θα σε σκοτίσει όσο λες.
Αλκιβιάδης
Όχι, στ’ αλήθεια εκτιμώ τη θέλησή σου, μα–
Βελισάριος
Τίποτε δεν ακούω! Ηρώ!
[Μπαίνει βιαστικά καμαριέρα, γυναίκα (40).]
Ηρώ
(Ειρωνικά)
Λέγετε.
Βελισάριος
Φέρε στον κύριο Θεοτοκά… Τι θα ήθελες να πιεις, αλήθεια, φίλτατε;
Αλκιβιάδης
Όπως είπα, δε σκοπεύω να κωλυσιεργήσω–
Βελισάριος
Έναν καφέ.
Ηρώ
Πώς θα τον πιείτε; Τον καφέ, εννοώ!
Βελισάριος
Φέρε έναν ελληνικό. Κάν’ τους δύο.
Ηρώ
Ελληνικό, δηλαδή, τον θέλετε πολίτικο;
Βελισάριος
Δεν παίζει ρόλο.
Ηρώ
Όχι, παίζει.
Βελισάριος
Φέρε ό,τι έχει, για όνομα!
Ηρώ
Σήμερα προβλέπεται δύσκολη μέρα, ε; Θέλετε και δύο ηρεμιστικά; Ή μήπως έναν παπά; Ω, για μισό, το ξέχασα!…
[Η Ηρώ φεύγει χασκογελώντας, όταν ο Βελισάριος της ρίχνει ένα απότομο βλέμμα. Ύστερα ηρεμεί.]
Βελισάριος
Έτσι, που λες. Αυτά τα σκανταλιάρικα, τα νεανικά χρόνια, τα βλέπω και στις μαθήτριές μου, σήμερα.
Αλκιβιάδης
(Γελάει)
Σας κάνουνε κι εσάς πλάκες, βρε Βελισάριε;
Βελισάριος
Α, όχι, όλα κι όλα! Τα κορίτσια μας μας σέβονται, και η διαγωγή τους και το κύρος μας δεν τους επιτρέπει να–
Αλκιβιάδης
Έλα, βρε Βελισάριε, λες και δεν ξέρεις! Το παιδί είναι παιδί. Ό,τι τεχνικές και να υιοθετήσεις, θα την κάνει την πλάκα του. Να σου θυμίσω ότι εσύ ήσουν ο πιο ζωηρός απ’ όλους μας;
Βελισάριος
Ε, εντάξει, άλλες οι εποχές τότε, τα πράγματα έχουν αλλάξει, πια… Ξέρεις πώς πάει… Πλέον επιβάλλεται όλοι να συνδράμουν στο βεληνεκές και το κύρος του ιδρύματός μας…
[Λίγη σιωπή.]
Αλκιβιάδης
Λοιπόν, όπως προείπα, επειδή με καλεί το καθήκον, θα πρέπει να ξεκινάμε σιγά-σιγά και με την επιθεώρηση.
{Κοιτάει το ρολόι τσέπης του}
Έχουμε ακριβώς μισή ώρα.
Βελισάριος
Μισή ώρα; Κανείς πεθαίνει και τον θάβουνε σε τόση ώρα, που λέει ο λόγος!
{Γελάει}
Έλα, κάτσε. Ηρώ! Πού είναι αυτός ο καφές, πια, κόκαλα έχει;
Αλκιβιάδης
Βελισάριε, στ’ αλήθεια, δεν αμφιβάλλω καθόλου πως η επιθεώρηση στο παρθεναγωγείο σου δε θα μου πάρει ώρα. Πράγματι, όλοι μιλούν για εσάς.
Βελισάριος
Και πώς μπορούν να μη μιλούν για εμάς; Είμαστε το μοναδικό ελληνικό παρθεναγωγείο με οικοτροφείο. Μα, αγαπητέ, εδώ δε διαμορφώνουμε απλώς κορίτσια! Εδώ διαμορφώνουμε κυρίες! Βεβαίως, ωστόσο, και οι ίδιοι αφιερωνόμαστε σε αυτό. Δεν είναι σπάνιο να μεριμνούμε και για τη γαμήλια αποκατάσταση των κορασίδων…
Αλκιβιάδης
Το βασικότερο είναι πως προσφέρετε ευκαιρίες και σε φτωχά ή ορφανά κορίτσια.
[Μπαίνει η Ηρώ με τους καφέδες.]
Ηρώ
Ναι, συμφωνώ κι εγώ! Αυτό το παρθεναγωγείο μπορεί και να το ίδρυσε η Μητέρα Τερέζα!
Βελισάριος
Εσύ να βγάλεις τον σκασμό! Θεέ μου, ‘σχώρα με.
Ηρώ
Ω, μα τι τρόπους δείχνουμε στα κορίτσια, βλέπετε; Τι κύρος! Τι αξιοπρέπεια!
[Φεύγει γελώντας.]
Βελισάριος
Να συγχωρήσεις, σε παρακαλώ, τις ασυναρτησίες του υπηρετικού προσωπικού.
Αλκιβιάδης
Γνωρίζω πως οι τεχνικές σου μπορεί να θεωρηθούν αυταρχικές… Βλέπεις, το Παρθεναγωγείον Αγίας Ούρσουλας, είναι το μοναδικό που κρατάει τις Καθολικές τεχνικές, και που σέβεται την παράδοση.
Βελισάριος
Βεβαίως, ισχύουν όλα αυτά. Η γνώση διδάσκεται παντού. Η αξιοπρέπεια, πάλι, όχι.
[Ακούγονται τα κορίτσια να μιλάνε αρμονικά.]
Βελισάριος
Να, κιόλας έφτασε η ώρα της προσευχής!
Κορίτσια
Χαῖρε Μαρία, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ…
Βελισάριος
Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου…
Αλκιβιάδης
ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
[Ανοίγουν τα φώτα στην άλλη μισή σκηνή, σε ένα σκηνικό με θρανία. Κάθονται μερικά κορίτσια (17) και μια μοναχή καλόγρια (Αδελφή Αριάδνη 50) είναι όρθια.]
Όλες οι γυναίκες
{Τα φώτα εστιάζουν στην καθηγήτρια}
Ave Maria, gratia plena, Dominus tecum.
Benedicta tu in mulieribus, et benedictus fructus ventris tui, Iesus.
Sancta Maria, Mater Dei, ora pro nobis peccatoribus, nunc et in hora mortis nostrae.
Όλοι μαζί
Αμήν.
Αλκιβιάδης
Ομολογώ πως οι τελετουργίες σας είναι, πράγματι, ευλαβέστατες!
Βελισάριος
Μα, εξ ου και το όνομά μας, αγαπητέ! Αγία Ούρσουλα, βεβαίως, η προστάτιδα των μαθητριών! Οι γονείς μάς εμπιστεύονται ό,τι πολυτιμότερο έχουν. Εμείς, το επιστρέφουμε ακόμη καλύτερο!
Αλκιβιάδης
Ξέρεις, Βελισάριε, εγώ απολαμβάνω να βλέπω τα πράγματα εκ των έσω. Δηλαδή θα ήθελα να δω όλα όσα κάνουν οι μαθήτριες σε μία ημέρα.
Βελισάριος
Φοβάμαι πως σήμερα, ωστόσο, είναι μεγάλη ημέρα, καθώς περιμένουμε δύο νέους άντρες… Εντάξει, μεν, δεν πρόκειται περί επίσημης τεχνικής, μα φροντίζουμε για τα κορίτσια μας…
Αλκιβιάδης
Προξενιό;… Και, δηλαδή, ποιες μαθήτριες θα παντρευτούν;
Βελισάριος
Βεβαίως, δεν μπορώ να το ξέρω αυτό. Θα διαλέξουν οι γαμπροί, όποιες θέλουν.
[Ο Αλκιβιάδης γυρίζει την πλάτη του, και σκουπίζει το μέτωπό του με ένα πανί.]
Βελισάριος
Διακρίνω μία αναστάτωση, αγαπητέ; Θα μπορούσαμε, βεβαίως, να αναβάλουμε την επιθεώρηση–
Αλκιβιάδης
Όχι, προτείνω να συνεχίσουμε.
Βελισάριος
Καλώς. Αυτή τη στιγμή, οι μαθήτριές μας ετοιμάζονται, διότι δυο από αυτές θα ευτυχήσουν!
Αριάδνη
(Με αυστηρή φωνή)
Όρθιες!
[Τα κορίτσια σηκώνονται, εκτός από ένα (Φαίδρα Παπά – 17).]
Αριάδνη
Βλέπω η μικρή μας επαναστάτρια, δεν έχει αποφασίσει ακόμη να αλλάξει ρώτα! Απαιτώ πειθαρχία!
[Η Φαίδρα κοιτάζει τον ορίζοντα.]
Αριάδνη
Ελάτε, τώρα, δεσποινίς Παπά! Τα έχουμε ξαναπεί αυτά! Δεσποινίς Παπά! Είπα, όρθια!
Φαίδρα
Αν θεωρείτε ότι είναι τόσο αναγκαίο να σηκωθώ, σάμπως αντικρίζω εμπρός μου τον ίδιον τον Θεό, ενώ δεν αντικρίζω τίποτε παρά μια γυνή-υποχείριο, γιατί δεν προσπαθείτε η ίδια να με σηκώσετε;
Αριάδνη
Δεν είναι σήμερα ημέρα για ριζοσπαστισμούς. Βλέπεις, έχουμε έναν καλεσμένο. Η στάση σου είναι απαράδεκτη, απείθαρχη και–
Φαίδρα
Μικρό και αθώο κορίτσι, δεν είμαι και δεν ήμουν! Δεν ήμουν, γιατί δε με άφησαν όλες αυτές σας οι φρικαλεότητες!
Αριάδνη
Φοβούμαι πως μονάχα εσύ το βλέπεις έτσι, αγαπητή μου. Μα, αλήθεια, υπάρχει κάποιο άλλο κορίτσι, που θυμάται κάποιο από αυτά τα “βασανιστήρια”, όπως τα αποκαλείς;
Όλα τα άλλα κορίτσια
Όχι, κυρία.
[Η Φαίδρα σηκώνεται απότομα, και την κοιτάζει απειλητικά.]
Αριάδνη
Αχ, αποφάσισες να σηκωθείς, επιτέλους! Λοιπόν κάτσε έτσι, και κοίταξέ με! Ο επιθεωρητής πρέπει να δει μια άριστη εικόνα, κάτι που σημαίνει πως οι ριζοσπαστισμοί που είχατε μάθει μερικές-μερικές στα φτωχικά σας τσαρδιά, είναι κομμένοι! Βεβαίως, δεν περίμενα κάτι άλλο από την απείθαρχη διαγωγή μερικών…
Φαίδρα
Η μάνα μου ήτανε μια χαμένη, και πείτε γι’ αυτήν ό,τι θέλετε! Γιατί με παράτησε στα σκαλιά του παρθεναγωγείου και το ‘βαλε στα πόδια! Αλλά τους τρόπους μου, να τους ρίχνετε σ’ εμένανε! Το θάρρος και την πυγμή μου, δεν τα πήρα από τη μάνα μου!–
Αριάδνη
(Φωνάζει)
Σκασμός! Μιλάς για θέματα ανώτερα από εσένα! Δε σέβεσαι τη μητέρα σου, και αυτό το δέχομαι. Αλλά αυτούς που σου δίνουν στέγη και φαγητό, θα τους σέβεσαι! Ωχ, μα τι ασέβεια, Θεέ! Τι έλλειψη πειθαρχίας!
(Ηρεμεί)
Μάλιστα, το λέει και η ανάλογη εντολή. Ας πούμε άλλη μία φορά τις εντολές.
(Καθαρίζει τον λαιμό της)
Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.
Κορίτσια, πλην Φαίδρας
Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.
Αριάδνη
(Χτυπά το χέρι της Φαίδρας με μία βέργα σιγά)
Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.
Κορίτσια, πλην Φαίδρας
Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς.
Αριάδνη
(Χτυπά το χέρι της Φαίδρας με μία βέργα λίγο πιο δυνατά)
Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ.
Κορίτσια, πλην Φαίδρας
Οὐ λήψει τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ ματαίῳ.
Αριάδνη
(Χτυπά πιο δυνατά τη Φαίδρα, και φωνάζει πιο πολύ)
Ἓξ ἡμέρας ἔργα καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου. Τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου.
Κορίτσια, πλην Φαίδρας
Ἓξ ἡμέρας ἔργα καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου. Τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου.
Αριάδνη
(Χτυπά όσο πιο δυνατά μπορεί τη Φαίδρα, και φωνάζει)
Οὐ μοιχεύσεις! {Χτύπημα}
Οὐ κλέψεις! {Χτύπημα}
Οὐ φονεύσεις! {Χτύπημα}
Κορίτσια, Φαίδρα σιγανά και ταλαιπωρημένα
Οὐ μοιχεύσεις! {Χτύπημα}
Οὐ κλέψεις! {Χτύπημα}
Οὐ φονεύσεις! {Χτύπημα}
Αριάδνη
(Χτυπά όσο πιο δυνατά μπορεί τη Φαίδρα, και φωνάζει)
Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.
Κορίτσια
Οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ.
Αριάδνη
(Χτυπά όσο πιο δυνατά μπορεί τη Φαίδρα, και φωνάζει)
Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι.
Κορίτσια
Οὐκ ἐπιθυμήσεις πάντα ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστι.
Αριάδνη
(Πάνω από τη Φαίδρα, φωνάζει επικριτικά)
Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς.
Κορίτσια
Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς.
[Λίγη σιωπή.]
Αριάδνη
Τώρα μάλιστα… Και, ύστερα από τη σύντομη επιθεώρηση, θα έρθουν οι γαμπροί. Δύο από εσάς, θα παντρευτούν. Και, όταν λέω από εσάς, εννοώ τις εύπορες. Οι γονείς σας θα σας δώσουν την ανάλογη προίκα. Όσο για τις υπόλοιπες, φοβάμαι, θα μείνετε μαζί μας μέχρι την ενηλικίωση.
Βελισάριος
Όλα τα κορίτσια έχουν ίσες ευκαιρίες και δικαιώματα, προάγοντας, έτσι, τον ανοιχτό και προοδευτικό χαρακτήρα της σχολής μας.
Αλκιβιάδης
Χαίρομαι πολύ να βλέπω μεταρρυθμιστικές τεχνικές να υιοθετούνται από ιδιωτικά ιδρύματα, τα οποία παράλληλα δείχνουν σεβασμό προς την παράδοση. Ύστερα από αυτό το παράδειγμα εις μίμησην, θα υιοθετήσω κι εγώ μία τέτοια τεχνική!
Βελισάριος
Δη–δηλαδή;
Αλκιβιάδης
Επιθυμώ να μιλήσω στην κάθε μαθήτρια ξεχωριστά. Καμία πόρτα δε μένει κλειστή, κανένα συρτάρι μανταλωμένο, θα τα δω όλα. Εγώ δεν επιθεωρώ ανθρώπους, αγαπητέ. Εγώ επιθεωρώ συνήθειες!
Βελισάριος
Με–με μεγάλη μας χαρά, αγαπητέ, αλλά δε θεωρώ ότι αυτό προβλεπόταν στο πρόγραμμα…
[Ο Βελισάριος βλέπει μανιωδώς κάτι χαρτιά.]
Αλκιβιάδης
Όχι, δεν προβλεπόταν. Ωστόσο, θεωρώ πως είναι ο καλύτερος τρόπος να πάρω μια ολοκληρωμένη εικόνα τού ιδρύματος, δε θαρρείτε;
[Χτυπάει το κουδούνι.]
Βελισάριος
Κάποιος έφτασε! Θα είναι οι γαμπροί… Φοβάμαι, ωστόσο, πως αυτό μας περιορίζει χρονικά.–
Αλκιβιάδης
Μη σε σκιάζει, Βελισάριε! Μπορώ να κάνω ένα τηλεφώνημα; Θα ήθελα να αναβάλω τις άλλες μου επιθεωρήσεις, για σήμερα.
Βελισάριος
Β–βεβαίως…
[Ο επιθεωρητής πάει στο τηλέφωνο. Μπαίνει η Ηρώ.]
Ηρώ
Κύριε, σας ζητούν.
Βελισάριος
Ξέρω, ήρθαν οι γαμπροί.
Ηρώ
Δεν είναι οι γαμπροί, κύριε.
Βελισάριος
Δεν περιμένω επισκέψεις. Ποιος είναι, και τι θέλει;
Ηρώ
Θέλετε να σας πω σίγουρα;
Βελισάριος
Μη γίνεσαι ανυπόφορη!
Ηρώ
Είναι η γυναίκα σας…
(Παύση)
Ήρθε να απαιτήσει διαζύγιο!
[Τα φώτα κλείνουν απότομα, και παίζει έντονη μουσική. Ύστερα ανοίγουν.]
ΠΡΑΞΗ ΙΙ
Βελισάριος
Καλώς… Πες–πες της να περάσει…
[Η Ηρώ αποχωρεί.]
Αλκιβιάδης
Νόμιζα, Βελισάριε, πως είπες ότι εσύ και η γυναίκα σου είσαστε χάρμα.
Βελισάριος
Ε, ναι… Να, ξέρεις πώς πάνε αυτά… Ήμαστε, μεν, μα όχι στα χαρτιά… Αλλά ήταν πολιτισμένο.
Αλκιβιάδης
Μάλιστα… Ε, λοιπόν, το τηλέφωνο θα το κάνω αργότερα, θα σας αφήσω να μιλήσετε…
Βελισάριος
Κάτσε στο καθιστικό, να περιμένεις… Αχ, η Ηρώ πήγε να ανοίξει. Ιάκωβε! Είναι ο επιστάτης, βλέπεις, ήρθε να καθαρίσει.
Αλκιβιάδης
Μα, αλήθεια, δε χρειάζεται να μπαίνει στον κόπο.
[Μπαίνει άνδρας (60), επιστάτης.]
Ιάκωβος
Μάλιστα, κύριε! Θα γίνω μπάτλερ, για μια μέρα! Ελάτε μαζί μου, κύριε Θεοτοκά. Θα σας συνοδεύσω στο μεγαλοπρεπέστατο και πανέμορφο καθιστικό του παρθεναγωγείου μας… Είμαι βέβαιος πως θα εκπλαγείτε!…
[Μπαίνει γυναίκα (45).]
Βελισάριος
Χρυσάνθη, αγάπη μου, είχες χαθεί από προσώπου γης! Αλήθεια, τι είχες απογίνει;…
Χρυσάνθη
Βαλισάριε, άσε τις σάλτσες. Το παπαδιλίκι σε έκανε διπλωμάτη. Δεν ήρθα εδώ για να πιάσω ψιλή κουβέντα.
[Αφήνει απότομα επάνω στο τραπέζι κάτι χαρτιά.]
Βελισάριος
Τι είναι αυτά; Χαρτιά διαζυγίου; Νόμισα πως είχαμε συζητήσει το πώς αυτή η κατάσταση είναι περιοδική… Μόνο ο Θεός μπορεί να–
Χρυσάνθη
Έκανα υπομονή, Βελισάριε. Γαϊδουρινή υπομονή! Μα έφτασε, πια, ο κόμπος στο χτένι! Προχώρησα με τη ζωή μου, δε σε περίμενα, δεν περίμενα να επιστρέψεις από τον ξεπεσμό σου. Όχι, τον αποδέχτηκα!
Βελισάριος
Μα, δεν καταλαβαίνεις! Είμαι τόσο κοντά! Δώσε μου μονάχα εικοσιτέσσερις ώρες! Είμαι στη μέση μιας πολύ μεγάλης συμφωνίας–
Χρυσάνθη
Παράτα με, πια, με αυτές σου τις πολύ μεγάλες δουλειές! Ακόμη και τώρα, που έβαλες το ράσο, δεν άλλαξες διόλου, μονάχα λες πως το κάνεις για την πίστη και τον Θεό! Δε χρειάζεται να κρύβεις από κανέναν ότι είσαι αγύρτης. Δεκάρα τσακιστή δε θέλω από τα πολλά τα γρόσια της κάθε σου βρωμοδουλειάς! Εγώ θέλω ελευθερία!
Βελισάριος
Μη φωνάζεις, αγαπητή, θα νομίζει, ο άνθρωπος, πως είμαι κανένα τέρας…
Χρυσάνθη
Όχι, Βελισάριε. Τώρα, πια, δεν είσαι τέρας. Κάποτε ήσουν, μα πάνε τα μεγαλεία! Βλέπεις, εσύ είσαι, πια κουταβάκι!
Βελισάριος
(Φωνάζοντας επικριτικά)
Κι εγώ σε αγαπάω, καλή μου!
[Η Χρυσάνθη αρπάζει τα χαρτιά από το γραφείο.]
Χρυσάνθη
Νόμιζες πως δε θα μάθαινα τι έκανες με εκείνο το φτωχό κορίτσι, πριν δεκαοκτώ χρόνια; Που πλήρωσες, για να χαρείς… Δε θέλω καν να το σκέφτομαι! Ή, μήπως νόμιζες πως θα ξέχασα όσα συνέβησαν σε εμένα, εξαιτίας σου;
Βελισάριος
Από πότε έχεις εσύ τέτοιες παλιοσκέψεις κατά νου;–
Χρυσάνθη
Έχεις εικοσιτέσσερις ώρες, και ούτε λεπτό παραπάνω! Αν δε μου υπογράψεις τα χαρτιά ούτε τότε, ξέρεις πολύ καλά ποια μέσα θα ακολουθήσω!
[Η Χρυσάνθη βγαίνει από τη σκηνή, και μπαίνει ο Ιάκωβος.]
Ιάκωβος
Κύριε, να φέρω τον κύριο Θεοτοκά μέσα; Έχω ακόμη να τακτοποιήσω κάτι πράγματα για τους γαμπρούς.
Βελισάριος
Όχι, σε παρακαλώ, δώσ’ του ένα γλύκισμα, και πες του ότι θα αργήσω λίγο…
Ιάκωβος
Μάλιστα, κύριε. Θα του δώσω γλύκισμα, και θα του πω ότι θα αργήσετε, κύριε!
Βελισάριος
Α, και, Ιάκωβε;
Ιάκωβος
Διατάξατε.
Βελισάριος
Μην κάθεσαι από πάνω του, σαν τον χάρο και μας πάρει χαμπάρι, έτσι;
Ιάκωβος
Μάλιστα, κύριε. Θα του δώσω ένα γλύκισμα, θα του πω ότι αργείτε, και δε θα κάθομαι από πάνω του σαν τον χάρο, για να μη μας πάρει πρέφα, κύριε!
[Ο Ιάκωβος φεύγει. Ο Βελισάριος περπατάει προς την άλλη πλευρά της σκηνής, και ανοίγουν τα φώτα, όπου κάθονται οι μαθήτριες με την καθηγήτρια.]
Αριάδνη
Τώρα, κορίτσια, θα έρθει ο επιθεωρητής. Σας θέλω όλες σας, φρόνιμες και ήσυχες!
[Μπαίνει ο διευθυντής, και σηκώνονται όλα τα κορίτσια.]
Βελισάριος
Να σας μιλήσω λίγο ιδιαιτέρως, αγαπητή;
Αριάδνη
Βεβαίως, πατέρα…
Βελισάριος
Έχεις βάλει τα φτωχά και τα ορφανά μαζί με όλα τα άλλα;
Αριάδνη
Μάλιστα, έτσι μου είπατε.
Βελισάριος
Λοιπόν, άκου. Θα πάρεις όλα τα άπορα και τα ορφανά, και θα τα βάλεις σε μία διαφορετική αίθουσα. Αν δεν κάνω λάθος πρέπει να είναι γύρω στα εφτά παιδιά.
Αριάδνη
Μα, πώς είναι δυνατόν, αυτό; Ο επιθεωρητής, δεν πρέπει να τα δει όλα;
Βελισάριος
Ο επιθεωρητής θέλει να μιλήσει στην κάθε μαθήτρια ξεχωριστά.
Αριάδνη
Δε θα ήταν καλύτερο, επομένως, να–
Βελισάριος
Αριάδνη, μου φαίνεται πως δεν έχεις καταλάβει τον σκοπό αυτής της επιχείρησης. Η πειθαρχία είναι το πρώτο και το τελευταίο πράγμα που πρέπει να βλέπουν οι μαθήτριές μας. Αν εμείς οι ίδιοι, αγαπητή, αμφισβητούμε τους ανωτέρους μας, τι εικόνα δείχνουμε στα κορίτσια;
Αριάδνη
Καταλαβαίνω, πάτερ. Ισχύει πως η πειθαρχία είναι πυλώνας τού παρθεναγωγείο τοιούτου. Ωστόσο, η μυστικοπάθεια απέναντι στον επιθεωρητή, δεν είναι θεμιτό μέσο.
Βελισάριος
Σκασμός! Αναιδεστάτη! Τέτοια ελευθερία δίνεις στις μαθήτριές σου, όταν τολμούν τα βγάζουν γλώσσα; Δε θυμάμαι να σε έβαλα να παίρνεις αποφάσεις. Η δημοκρατία δεν έβγαλε ποτέ κανέναν πουθενά. Μάλιστα, χρειάζεται να πω πως η Ελλάδα μας έκανε τα μεγαλύτερα βήματά της κατά τους δικτατορικούς χρόνους;
Αριάδνη
Γνωρίζω απόλυτα, πατέρα… Αυτή είναι η ιστορία που διδάσκουμε και στα κορίτσια. Τα χρυσά χρόνια του Μεταξά και η αντίσταση ενάντια στον φασισμό…
Βελισάριος
Μου φαίνεται πως οι μικρές μας επαναστάτριες -αναφέρομαι βεβαίως, στις άπορες και αναιδέστατες- έχουν αρχίσει να σε επηρεάζουν, αγαπητή.
{Γελάει}
Λοιπόν, κανόνισε όπως πρέπει τα πάντα. Αναγνωρίζεις όσα έχω κάνει για εσάς, και ιδίως για εσένα, καλή μου.
{Της πιάνει το χέρι, μα εκείνη το τραβάει απότομα.}
Πήγαινε, λοιπόν. Μην έχω και αυτό στο μυαλό μου.
Αριάδνη
Μάλιστα, πατέρα Βελισάριε.
[Οι δύο τους φεύγουν από τη σκηνή, και τα φώτα εστιάζουν στη σχολική αίθουσα.]
Μαθήτρια πρώτη
Ωχ, κοιτάξτε με, τώρα, που κάθομαι σα βρεγμένο κουτάβι, ενώ πριν ήμουν και επαναστάτρια!
Μαθήτρια δεύτερη
Μήπως, τώρα, θες να σου δώσουμε και μία πάνα;
Φαίδρα
Πότε θα πάψετε να είστε ηλίθιες;
Μαθήτρια πρώτη
Συγγνώμη;
Φαίδρα
(Φωνάζει επικριτικά)
Λέω, πότε θα πάψετε να είστε ηλίθιες;
Μαθήτρια πρώτη
Τι μιλάς εσύ; Σε έχει αγγίξει ποτέ εσένα η αδελφή Αριάδνη; Σε έχει στείλει στον διευθυντή; Τι βασανιστήρια λες, αλήθεια; Μονάχα με αυτή τη βέργα σε χτυπάει στο χέρι!
Φαίδρα
Δε μιλούσα για εμένα! Μιλούσα για όλα τα φτωχά και τα ορφανά κορίτσια, που κάθονται στη γωνιά και δε μιλάνε. Αυτά που ποτέ τους δεν τόλμησαν μόνα να υψώσουν κεφάλι, γι’ αυτά μιλάω. Εσάς, βέβαια, σας μεγάλωναν με τα χρήματα των παράδων των γονιών σας, αλλά εμάς; Δε θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που είδα τις φτωχές μου συμμαθήτριες να τρώνε κανονικό φαγητό.
Μαθήτρια πρώτη
Άσε το θέατρο, ρε Φαίδρα! Αφού εσύ τρως πάντα το ίδιο φαγητό με εμάς!
[Λίγη σιωπή.]
Φαίδρα
Αυτό ισχύει… Μα δε θα με δωροδοκήσει καμία αποζημίωση για τα ψυχολογικά τραύματα, εγώ θα βρω τρόπο να βγω από εδώ, και να πάρω μαζί μου και όσα κορίτσια βασανίζονται. Εσείς και οι άντρες σας, μπορείτε να πάτε να–
Μαθήτρια δεύτερη
Έτοιμη την έχει την παλιοκουβέντα, η χωριάτισσα!
Μαθήτρια πρώτη
Έλα, άσ’ την αυτήν, και πάμε να μιλήσουμε για τους γαμπρούς μας. Εγώ τον θέλω ψηλό, ξανθό, με γαλανά μάτια!
Μαθήτρια δεύτερη
Εγώ τον θέλω βλάκα και πλούσιο.
[Συνεχίζουν να μιλάνε σιγανά, και ο Ιάκωβος βγαίνει στη σκηνή φοβισμένος.]
Ιάκωβος
Ηρώ; Πού είσαι Ηρώ; Είσαι εδώ; Ηρώ!
Ηρώ
Εδώ είμαι! Τι έγινε, επιτέλους;
Ιάκωβος
Ο πατέρας Βελισάριος, μηχανορραφεί, φοβούμαι.
Ηρώ
Κατάπιες λεξικό; Λέγε, βρε, ότι ο διευθυντής κάτι σκαρώνει!
Ιάκωβος
Μου ‘πε να πάω να φυλάω τον επιθεωρητή, όσο μίλαγε με τη σύζυγό του.
Ηρώ
Αχ, το καταχάρηκα! Πήρε ό,τι του άξιζε!
Ιάκωβος
Μα, δεν καταλαβαίνεις! Την είδα τη γυναίκα του να φεύγει απ’ το κατώφλι πριν κάμποσα λεπτά, κάτι άλλο σκάρωνε! Και, τελείως καταλάθος, τον άκουσα να μιλάει με την αδελφή Αριάδνη!
Ηρώ
Και; Και τι λέγανε;
Ιάκωβος
Ότι, λέει, πρέπει να χωρίσουνε φτωχές και πλούσιες, μην και τις δει ο επιθεωρητής και καταλάβει κάτι!
Ηρώ
Πωπω! Τι είν’ αυτά που λες; Και τι θα κάνουμε, δηλαδή; Πρέπει να το πούμε στον επιθεωρητή, και θα πάρει αυτός τον δρόμο του. Τονε φοβούνται όλοι, να ξέρεις!
Ιάκωβος
Όχι, μη! Άμα μας καταλάβει ο κύριος, θα μας απολύσει!
Ηρώ
Ρε, παιδάκι μου, άμα το μάθει ο επιθεωρητής, μπορεί και να κλείσει το παρθεναγωγείο, και να απολυθούμε ούτως ή άλλως.
Ιάκωβος
Δε γίνεται, Ηρώ! Έχω γυναίκα και παιδιά.
Ηρώ
Τι είναι τούτο; Εγώ έχω σαράντα έξι παιδιά! ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΞΙ! Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις. Εγώ θα βοηθήσω τα κορίτσια, μέχρι τέλους!
[Τα φώτα κλείνουν, και παίζει έντονη μουσική. Η σκηνή καθαρίζει από ηθοποιούς. Ύστερα ανοίγουν, και εστιάζουν στο γραφείο. Μπαίνει επιφυλακτικά ο Αλκιβιάδης. Ψάχνει λίγο, και βρίσκει ένα χαρτί.]
Αλκιβιάδης
Σαράντα έξι μαθήτριες. Εφτά εκ των οποίων είναι υπογραμμισμένες… Τι μυστικά κρύβεις, Βελισάριε;
Ιάκωβος
Εδώ είστε, κύριε; Μου είπε ο πατέρας Βελισάριος να είστε καθήμενος εις το καθιστικό.
Αλκιβιάδης
Βλέπεις, έχω βαρύ πρόγραμμα, και βιάζομαι, λίγο.
Ιάκωβος
Ναι, αλλά εγώ πρέπει να κάνω το καθήκον μου.
Αλκιβιάδης
Μη φοβάσαι. Όσο είμαι εγώ εδώ, δε θα πάθεις τίποτα.
Ιάκωβος
Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε. Απλά σήμερα είναι αγχώδης ημέρα, γιατί έχουμε και άλλες επτά μαθήτριες, που πρέπει να επιβλέπονται.
Αλκιβιάδης
Συγγνώμη; Επτά μαθήτριες; Πού είναι αυτές;
Ιάκωβος
Μαθήτριες είπα; Καρέκλες εννοούσα! Πρέπει να βοηθήσω να μεταφέρουμε και τις καρέκλες, για τους γαμπρούς.
Αλκιβιάδης
Μα, οι γαμπροί είναι δύο, τι τις θέλουν τις επτά καρέκλες;
Ιάκωβος
Ε, να… Ε, δεν ξέρω! Εγώ εντολές ακολουθώ.
[Μπαίνει ο Βελισάριος βιαστικά.]
Βελισάριος
Α, εδώ είσαι, Αλκιβιάδη; Είπα στον Ιάκωβο να σε φιλέψει κάτι, για να μην περιμένεις…
Αλκιβιάδης
Ναι, ναι, μου έδωσε ένα γλυκό του κουταλιού, αλλά η αλήθεια είναι πως αργούσες, και άρχισα να ανησυχώ…
[Ο Ιάκωβος βγαίνει.]
Αλκιβιάδης
Μήπως, πιστεύεις, πως ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε, με την επιθεώρηση; Μπορώ να μιλήσω στις μαθήτριες;
Βελισάριος
Ν–ναι, βεβαίως, βεβαίως… Ακολούθησέ με. Έχεις τριάντα εννιά μαθήτριες, μπροστά σου, οπότε… Κουράγιο!
{Γελάει}
Αλκιβιάδης
Παράξενο… Στον κατάλογο είδα σαράντα έξι…
[Ο Βελισάριος παγώνει.]
Βελισάριος
Π–πώς; Για… Για ποιον κατάλογο λες; Μάλλον θα μπερδεύτηκες!
{Γελάει νευρικά}
[Ο Αλκιβιάδης δείχνει τον κατάλογο.]
Βελισάριος
Α, αυτό λες; Αυτός ο κατάλογος είναι παλιός. Βλέπεις, μερικά κορίτσια ενηλικιώνονται, ή παντρεύονται… Λοιπόν, προτείνω να προχωρήσουμε, διότι περιμένουμε και τους γαμπρούς!
[Παίζει μουσική, και ο επιστάτης με την καμαριέρα στήνουν δύο καρέκλες. Τα φώτα ανοίγουν, και μία μαθήτρια κάθεται σε μία καρέκλα.]
Αλκιβιάδης
Θα ήθελα, αν δε σε πειράζει, Βελισάριε, να μιλήσω προσωπικά με τα κορίτσια. Ξέρεις, τα τυπικά της διαδικασίας…
[Ο Βελισάριος αποχωρεί.]
Αλκιβιάδης
Λοιπόν, παιδί μου, μόνοι μας, τώρα. Πες μου, αλήθεια, ποια η εντύπωσή σου από αυτό το ίδρυμα;
Μαθήτρια
Δεν έχω κανένα παράπονο, κύριε. Ο πατέρας Βελισάριος και όλες οι μοναχές μας προσέχουν σαν παιδιά τους.
Αλκιβιάδης
Έχουν υπάρξει ποτέ βαριές τιμωρίες;
Μαθήτρια
Όχι, αλήθεια, δεν έχω κανένα παράπονο. Φροντίζουν για εμάς, και μεριμνούν ιδιαιτέρως.
Αλκιβιάδης
Είσαι σε ηλικία προξενιού, αλήθεια;
Μαθήτρια
Μάλιστα. Γιατί ρωτάτε;
Αλκιβιάδης
Πώς νιώθεις που σήμερα ίσως να παντρευτείς;
Μαθήτρια
Είμαι σίγουρη πως θα βρεθεί ο κατάλληλος!
Αλκιβιάδης
Μάλιστα… Μπορείς να πηγαίνεις.
[Η μαθήτρια βγαίνει, και μπαίνει η Ηρώ.]
Ηρώ
Κύριε επιθεωρητά! Πρέπει να σας πω!
Αλκιβιάδης
Τι συνέβη;
Ηρώ
Δε θα μιλήσετε με επτά μαθήτριες, που ο διευθυντής έχει χωρίσει από τις υπόλοιπες, επειδή εκείνες είναι φτωχές, και τους έκαναν πολλά κακά στους καιρούς, και–
Αλκιβιάδης
Μίλησέ μου πιο ήρεμα, δεν καταλαβαίνω!
Ηρώ
Πρέπει να γίνει κάτι, και να έρθει η αστυνομία! Τα πλουσιόπαιδα παίρνουν αλλιώτικη μεταχείριση από τα άλλα, και εδώ γίνεται της κακομοίρας, σας λέω, σαματάς μεγάλος! Πρέπει κάτι να κάνετε, για τα δύστυχα τα κορίτσια!
Αλκιβιάδης
Όχι, όχι, η αστυνομία δεν είναι ικανή να φέρει εις πέρας τέτοιο έργο. Θα πρέπει να μεταφέρω το θέμα στους ανώτερους, μα πρέπει να πειστούν όλοι εδώ πως η επιθεώρηση πήγε τέλεια, και αυτό είναι ζωτικής σημασίας! Να είσαι καλά, εγώ θα πάω, τώρα, τρέχοντας!
Βελισάριος
Αγαπητέ, σε βλέπω βιαστικό. Έχεις ακόμη κάμποσες μαθήτριες.
Αλκιβιάδης
Όχι, βλέπεις, πρέπει να πηγαίνω! Αφού μίλησα με μια μαθήτρια, κατάλαβα ότι οι υποδομές είναι πράγματι εκπληκτικές, καθώς και το επίπεδο διδασκαλίας, και θα μεταφέρω την καλύτερη αναφορά. Εξ άλλου, κρίμα είναι να αναβάλω άλλες επιθεωρήσεις, ε; Ποιος ξέρει τι κάνουν εκεί;
{Γελάει}
Βελισάριος
{Γελώντας}
Ναι, βεβαίως, εγώ πάλεψα να σώσω λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σου, αλλά, βλέπεις, εσύ επέμενες! Καλώς. Ηρώ! Οδήγησε τον κύριο Θεοτοκά στην πόρτα!
Αλιβιάδης
Α, και, Βελισάριε;…
Βελισάριος
Παρακαλώ;
Αλκιβιάδης
Τίποτε…
[Ο Βελισάριος φαίνεται καχύποπτος.]
Ηρώ
Μάλιστα, πατέρα! Οδηγώ τον κύριο έξω!
[Η Ηρώ με τον Αλκιβιάδη φεύγουν. Ο Βελισάριος βλέπει κάτι χαρτιά.]
Βελισάριος
{Ήρεμα}
Όλα σήμερα…
{Φωνάζοντας}
Όλα σήμερα έπρεπε να συμβούν! Ανάθεμα!
{Πετάει τα χαρτιά με μανία, αναποδογυρίζει μια καρέκλα. Ύστερα, μιλάει κουρασμένος.}
Όλα… Όλα σήμερα…
[Ο Βελισάριος φτιάχνει την κορμοστασιά του, το γιλέκο του, την καρέκλα, φορά ένα ψεύτικο χαμόγελο.]
Βελισάριος
Θα έρθουν όπου να ‘ναι! Τα θέλω όλα στην εντέλεια! Όλα…
[Ο Βελισάριος μαζεύει τα χαρτιά, και μπαίνει ο Ιάκωβος.]
Ιάκωβος
Κύριε, έφτασαν οι δύο γαμπροί.
Βελισάριος
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν!
[Τα φώτα κλείνουν, και παίζει δυσμενής μουσική. Ύστερα ανοίγουν, και η Ηρώ καθαρίζει το γραφείο.]
ΠΡΑΞΗ ΙΙΙ
Ηρώ
{Τραγουδώντας}
Μην τον ρωτάς τον ουρανό… Το σύννεφο και το φεγγάρι… Το βλέμμα σου το σκοτεινό, κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει.
{Μιλάει κανονικά}
Μα, γιατί τέτοια μούτρα;
{Τραγουδάει εύθυμα}
Η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ! Περιστεράκι, στον ουρανό! Τον ουρανό μες στα δυο σου μάτια κοιτάζω, βλέπω την πούλια, και τον αστερισμό!
{Πιο δυνατά, χορεύοντας}
Η μάνα σου είναι τρελή! Αφιερωμένο! Και σε κλειδώνει μοναχή! Σαν θέλω να ‘ρθω στην κάμαρά σου–
[Μπαίνει ο Βελισάριος. Η Ηρώ τραγουδάει όλο και πιο σιγά.]
Ηρώ
Μου ρίχνεις μεταξωτό σκοινί…
Βελισάριος
Προς τι το λαϊκό πανηγύρι;
Ηρώ
{Με θεατρικότητα}
Άνοιξε πέτραααα! Να μπωωωωω!
Βελισάριος
Ρε, ξουτ, από ‘δω!
[Η Ηρώ τραγουδάει όσο φεύγει.]
Βελισάριος
Παρακαλώ, περάστε!
[Μπαίνουν δύο νέοι.]
Βελισάριος
Καθίστε εδώ, παρακαλώ, όσο εγώ θα ελέγχω αν είναι όλα έτοιμα για την ξενάγηση… Αν θελήσετε οτιδήποτε, το υπηρετικό προσωπικό είναι στη διάθεσή σας!
[Ο Βελισάριος αποχωρεί.]
Γαμπρός 2
Για πες, τώρα, που δε μας βλέπει το άγριο μάτι τού αφεντικού! Ποια σ’ άρεσε εσένα καλύτερα;
Μιχάλης
Εγώ ήρθα να ερωτευτώ, ρε ‘συ Μάκη, όχι να πάρω σκυλί! Μας έλεγε παντού, αυτή εδώ, λέει, μαγειρεύει, αυτή πλένει, αυτή πλέκει.
Γαμπρός 2
Σε πιάσανε πάλι τα ρομαντικά σου! Ρε σύνελθε, μπας και βολευτείς! Εμένα μου άρεσε εκείνη με τα καστανά τα μαλλιά.
Μιχάλης
Οι μισές είχαν καστανά μαλλιά.
Γαμπρός 2
Ναι, αλλά αυτή είχε και καστανά μάτια.
Μιχάλης
Μάλιστα. Και, γιατί σου άρεσε αυτή;
Γαμπρός 2
Γιατί είναι προικισμένη.
Μιχάλης
Όλες έχουν καλή προίκα, ρε Μάκη!
Γαμπρός 2
Όχι προικισμένη απ’ τους γονείς της. Προικισμένη απ’ τον Θεό…
Μιχάλης
Α, ναι, σωστά, θα ήσουνα πρόστυχος, εννοείται.
Γαμπρός 2
Ναι, λες κι εσύ δεν τα βλέπεις αυτά.
Μιχάλης
Αυτό, πάλι, που θέλει ο παπάς να μας δείξει τις υποδομές, τι είναι;
Γαμπρός 2
Θέλει να κάνει και αυτός τη μόστρα του, άσ’ τον. Εγώ θα τον καλοπιάσω. Έχω δει κάτι ατάκες από ταινίες, μούρλια! Να, κοίτα, κοίτα.
{Καθαρίζει τον λαιμό}
Αχ, φίλτατε, αιδεσιμώτατε, σεβασμιώτατε πατέρα Βελισάριε, μα, τωόντι, τι υπέρλαμπρες είναι τούτες οι κολόνες! Μα, πόσο πιο λαμπρές, αλήθεια, είναι αυτές οι κόρες!
Μιχάλης
Αυτό πήγαινε για ομοιοκαταληξία; Γιατί δεν έπιασε.
Γαμπρός 2
Όχι, δε σκέφτηκα να το κάνω ποίημα. Μπορώ όμως.
{Καθαρίζει τον λαιμό}
Είμαι μόνος, σαν… σαν ένας μονάχος κώνος! Μέσα στη μέση του δρόμου, και… και η αγελάδα κάνει “μου”!
Και, επειδή είμαι μόνος, σαν ένας μονάχος κώνος, θέλω να σε παντρευτώ, και… αυτό!
Τελικά το ‘χω, όμως, έτσι; Λες να το μελοποιήσω, κιόλας;
{Το δοκιμάζει με διάφορες μελωδίες}
[Η Αριάδνη πάει με τη Φαίδρα στη δίπλα αίθουσα.]
Αριάδνη
Μπορείς να μου πεις τι ήταν όλα αυτά που έκανες επάνω;
Φαίδρα
{Κοιτώντας αλλού}
Δεν καταλαβαίνω, κυρία.
Αριάδνη
{Της γυρίζει το πηγούνι, για να την κοιτάει}
Ξέρεις τι περνάω για να φροντίζω να τα έχεις όλα; Γιατί μου το κάνεις τόσο δύσκολο;
[Ο Μιχάλης στήνει αφτί.]
Φαίδρα
Όσο τα φτωχά κορίτσια που έχετε κλειδωμένα μακριά από τις άλλες βασανίζονται, εγώ δε θα πάψω να σηκώνω το κεφάλι!
Αριάδνη
Θαρρείς ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο! Αλλά, βέβαια, δεν περίμενα τίποτα άλλο, με τα φρονήματα που έχεις υιοθετήσει! Κάτω από το στρώμα σου θα βρω καμιά μέρα και κανέναν Ριζοσπάστη!
Φαίδρα
Αν έκανα τόσο μεγάλη παρανομία, τότε, παρακαλώ, να με αναφέρετε στον πατέρα!
Αριάδνη
Δεν καταλαβαίνεις τι ξεστομίζεις… Δεν ξέρεις τι θα γίνει, αν–
Φαίδρα
Δε φαίνεται όταν στέλνατε τα κορίτσια, να το φοβηθήκατε αυτό! Γιατί τα στέλνατε; Για να νομίζει πως είναι όλα στην εντέλεια; Γιατί εμένα δε με έχετε στείλει ποτέ; Αφού είμαι πρόβλημα, παραδεχτείτε το!
Αριάδνη
Σώπασε, πια, σώπασε!
Φαίδρα
Εγώ δε σωπώ! Καλύτερα να με σκοτώσετε!
Αριάδνη
Ποιος σου έμαθε τέτοιους τρόπους; Πώς τολμάς και αντιμιλάς έτσι σε αυτούς που σε μεγαλώνουν; Δε βλέπεις ότι για εσένα τα κάνουμε όλα;
[Η Φαίδρα φτύνει την Αριάδνη στο πρόσωπο. Εκείνη σκουπίζεται, περιμένει λίγο, και τη χαστουκίζει.]
Αριάδνη
Αν έτσι θες να το παίξουμε, πολύ ευχαρίστως, μικρή μου! Όταν τελειώσει η ξενάγηση των γαμπρών, θα εύχεσαι να μην είχες ξεστομίσει ποτέ τίποτα από όλα αυτά! Γιατί πρέπει να είμαι εγώ ο τιμωρός, εδώ μέσα; Μου λες; Ποιος είμαι; Ο Θεός είμαι να μου λέτε ο καθένας σας τι θέλει; Κάτσε εδώ, σιωπηλή, γιατί κάθε λέξη που θα λες από εδώ και πέρα, θα σημαίνει περισσότερο ξύλο!
[Η Αριάδνη φεύγει συναισθηματικά.]
Μιχάλης
Είναι κανείς εκεί;
Γαμπρός 2
Το “μιλάω στον τοίχο”, το πήγες σε άλλο επίπεδο!
Φαίδρα
Από εκεί ποιος είναι; Κάποιος επίδοξος γαμπρός; Λάθος θα κάνεις, δεν έχει πλούσιες εδώ!
Μιχάλης
Άκουσα καλά; Σας έχουν χώρια από τις άλλες;
Φαίδρα
Καλά άκουσες, αλλά μην κάνεις σάμπως σε νοιάζει.
Μιχάλης
Εγώ είμαι μαζί σου! Πες μου, αυτή η στριμμένη που σου μιλούσε, ποια είναι;
Φαίδρα
Η σεβασμιώτατη αδελφή Αριάδνη. Δεν τη γνωρίσατε ακόμα;
Μιχάλης
Μόνο τον διευθυντή σας είδαμε. Τον πάτερ… να δεις, πώς τον έλεγαν!
Φαίδρα
Βελισάριο!
Μιχάλης
Α, ναι! Μα, δεν είναι όνομα αυτό, σιδηρόδρομος είναι!
{Γελάνε}
Και, αυτή η καλόγρια, το καταλαβαίνεις ότι είναι στριμμένη, ή θα μου έρθει κατακέφαλα;
Φαίδρα
Θα την καταλάβεις πριν τη δεις, καν!
{Γελάνε}
Και, για πες, ποια θα πάρεις εσύ; Αυτή με τα καστανά μάτια, και τα καστανά μαλλιά, να την προσέχεις, είναι ύπουλη. Η άλλη, η ξανθιά, η γαλανομάτα, που είναι πολύ κοντή; Αυτή είναι φίδι κολοβό!
Μιχάλης
Δε θέλω καμία. Εγώ εσένα θέλω
Φαίδρα
Άσ’ τα σάπια, εγώ δεν πέφτω έτσι.
Μιχάλης
Όχι, αλήθεια, σε έχω ερωτευτεί.
Φαίδρα
Δε με είδες καν, ακόμη. Μην παίζεις μαζί μου, δε θέλω πολύ για να μου στρίψει!
Βελισάριος
Έτοιμοι, για την ξενάγηση;
Γαμπρός 2
Μα, και βέβαια! Ξέρετε τι πρόσεξα, πατέρα Βελισάριε; Ότι οι κολόνες σας είναι, τωόντι, υπέρλαμπρες!…
[Τα φώτα κλείνουν, και παίζει μουσική. Ύστερα ανοίγουν, και ο Βελισάριος μπαίνει στο γραφείο του.]
Βελισάριος
Πάει και αυτό… Έκλεισε και η συμφωνία, και μία μαθήτρια παντρεύτηκε…
Αριάδνη
Πατέρα Βελισάριε, να σας απασχολήσω για λίγο;
Βελισάριος
Παρακαλώ, αδελφή, πείτε μου.
Αριάδνη
Μία μαθήτρια υπήρξε αναιδής, και της αρμόζει τιμωρία.
Βελισάριος
Ποια από όλες; Πάλι αυτή η χωριατοπούλα, η Παπαδάτου; Αντί να μας ευχαριστεί, που τη σώσαμε από τον ναρκομανή τον πατέρα της…
Αριάδνη
Όχι, σεβάσμιε. Είναι η Φαίδρα Παπά.
Βελισάριος
Πώς; Αυτό δεν έχει ξανασυμβεί! Νόμιζα πως η Φαίδρα δε θα μας ανάγκαζε ποτέ να…
Φαίδρα
Ποια είναι η τιμωρία μου; Περιμένω!
Βελισάριος
Κυρία Παπά, νομίζω ότι παρεκτρέπεστε. Ελάτε τώρα, πηγαίνετε στον κοιτώνα σας, και–
Φαίδρα
Δε θα σταματήσω ποτέ να παλεύω για το δίκαιο!
Βελισάριος
Μα, τι είναι αυτά, ξάφνου; Ριζοσπάστη, διάβασες;
[Ο Βελισάριος βγάζει μια ζώνη από ένα συρτάρι.]
Βελισάριος
Λοιπόν, άκου πώς έχει. Εφόσον είναι η πρώτη φορά που δημιουργείς πρόβλημα, μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη, και το θέμα να θεωρηθεί λήξαν. Ειδάλλως, θα αναγκαστούμε να προβούμε σε άλλες διαδικασίες.
Φαίδρα
Έχω να πω μονάχα, πως είστε κορόιδο! Γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που δημιουργώ πρόβλημα, όχι, απλώς ποτέ δε σας αναφέρθηκε αυτό!
[Η Αριάδνη την πιάνει απότομα, και την τραβάει, αλλά ο Βελισάριος γυρίζει και την κοιτά.]
Βελισάριος
Ισχύει αυτό, αδελφή;
Αριάδνη
Δ–δεν… Δεν είναι τόσο απλό…
Βελισάριος
Κατάλαβα.
{Της δίνει τη ζώνη}
Ολοκληρώστε, λοιπόν, εσείς, το έργο που έπρεπε να έχετε ολοκληρώσει! Και μη με ενοχλήσετε άλλο. Είχα μεγάλη ημέρα, και χρειάζομαι ξεκούραση, θα αποσυρθώ, στα προσωπικά μου διαμερίσματα.
{Βλέπει το ρολόι τσέπης του}
Με αυτά και με αυτά, μας πήρε η νύχτα!… Εξαφανιστείτε!
[Οι γυναίκες φεύγουν, και ο Βελισάριος κάθεται σκεπτικός στο γραφείο του. Τα φώτα εστιάζουν στην αίθουσα.]
Αριάδνη
{Πιάνει τη Φαίδρα βίαια από το μπράτσο και φωνάζει}
Γιατί έπρεπε να το πεις αυτό; Θέλεις να μας πάρει όλους μαζί ο διάβολος;
Φαίδρα
Έχετε πολλά μυστικά και εσείς η ίδια, και δεν καταλαβαίνω το γιατί! Γιατί έχετε τόσο μεγάλες τύψεις να κάνετε το οτιδήποτε σε εμένα; Κάν’ τε, λοιπόν, αυτό που το καθήκον σας ορίζει να κάνετε!
Αριάδνη
Όχι, όχι… ΟΧΙ!
{Πετάει μερικά χαρτιά στον αέρα}
Γιατί έπρεπε να το κάνω εγώ, γιατί; ΓΙΑΤΙ;
{Χτυπάει μια καρέκλα με τη ζώνη φωνάζοντας, μέχρι που καταρρέει}
Φαίδρα
Δε θα το κάνετε, έτσι;… Φοβάμαι πως θα πρέπει να σας αναφέρω.
Αριάδνη
Πάψε, πάψε, πια τις ηλιθιότητες, δεν μπορώ! Κακό μας κάνεις, δεν το καταλαβαίνεις, πια; Δε το βλέπεις, ότι σε νοιάζομαι;
Φαίδρα
Γιατί; Τη ζωή πιο δύσκολη σας κάνω!
Αριάδνη
Γιατί… Είμαι η μητέρα σου.
[Τα φώτα κλείνουν, και παίζει έντονη μουσική. Ύστερα ανοίγουν, και εστιάζουν στο γραφείο. Μπαίνει βιαστικά η Αριάδνη.]
Αριάδνη
{Ήρεμα}
Αυτό το κάθαρμα φταίει για όλα…
{Φωνάζοντας}
Αυτό το κάθαρμα!
{Ηρεμεί λίγο}
Τα χαρτιά του στοιβαγμένα όμορφα στο τραπέζι, η πίπα του στο συρτάρι, και όμως, αν και ποτέ δε φωνάζει, είναι αυτός που κάνει κάθε βρωμοδουλειά. Τι έχεις κάνει για εμάς;
{Φωνάζοντας}
Τι έχεις κάνει, ρε υποκριτή!
[Κρατάει ένα μπουκαλάκι. ]
Αριάδνη
Θα βάλω ένα τέλος στην υποκρισία σου, για πάντα!
[Ρίχνει το δηλητήριο στο ποτό, και φεύγει βιαστικά. Τα φώτα εστιάζουν στην αίθουσα. Η Φαίδρα περπατάει βιαστικά με μια βαλίτσα. Της ανοίγει, της πέφτουν πράγματα, μα τα ξαναβάζει μέσα. Μπαίνει επιφυλακτικά ο Μιχάλης.]
Μιχάλης
Για πού το βάλατε, τόσο βιαστικά, γοητευτική μου δεσποινίς;
[Η Φαίδρα τον αγνοεί, και προχωράει.]
Μιχάλης
Αγαπητή, αλήθεια, για πού το βάλατε;
Φαίδρα
Φεύγω. Δεν κάθομαι άλλο εδώ μέσα.
Μιχάλης
Αναγνωρίζω τη φωνή σας! Η δική μου, σας λέει κάτι;
Φαίδρα
Α, μη μου πείτε! Ο ένδοξος γαμπρός μας! Τιμή μου που σας γνωρίζω!
[Γυρίζει να φύγει.]
Μιχάλης
Μα, δε μου είπατε, αλήθεια, πού πάτε! Δεν αντέχετε άλλο την καταπίεση; Και όμως, μπορώ να σας βοηθήσω!
Φαίδρα
Με το πρόβλημα που αντιμετωπίζω τώρα, αγαπητέ, δεν μπορείτε να με βοηθήσετε, λυπάμαι!
Μιχάλης
Πού το ξέρετε; Δοκιμάστε με!
Φαίδρα
Δεν έχω χρόνο για παλιμπαιδισμούς!
Μιχάλης
Χαρίστε μου, τουλάχιστον, έναν χορό! Ένα απαλό βαλς, και κατόπιν να χαθούμε!
Φαίδρα
Α, θα πρέπει να έχεις πολύ θράσος!
Μιχάλης
Για ό,τι αξίζει, έχω!
Φαίδρα
Πώς μπήκες εδώ;
Μιχάλης
Κρυφά, από το παράθυρο!
Φαίδρα
Άμα σε πιάσει ο παπάς… Δεν ξέρεις τι μουρλός που είναι αυτός!
Μιχάλης
Για να κάνει κακό σε εσένα, σαφώς και είναι μουρλός!
Φαίδρα
Τι με νοιάζει κι αν σε πιάσει; Σκοτίστηκα!
Μιχάλης
Τον χορό; Θα μου χαρίσετε τον χορό;
Φαίδρα
Α, μα, άνθρωπέ μου, πραγματικά, δεν καταλαβαίνεις τίποτε! Δεν είμαι σε διάθεση να χορέψω! Και ούτε θα αντέξεις να σου πω το γιατί! Γι’ αυτό, άσε με να φύγω!
Μιχάλης
Πείτε μου, το γιατί. Και αν δεν το αντέξω, αφήστε με εδώ, να πεθάνω από τον πανικό μου, και φύγετε.
Φαίδρα
Γιατί μόλις έμαθα πως η μάνα που με παράτησε στα σκαλιά αυτού του εφιαλτικού παρθεναγωγείου για να με ξεφορτωθεί, ήταν η ίδια η καθηγήτρια που βασάνιζε τις συμμαθήτριές μου!
[Λίγη σιωπή.]
Μιχάλης
Αυτό, δεν το περίμενα… Βάρυνε, ξαφνικά η ατμόσφαιρα, δε θαρρείτε;
Φαίδρα
Αφού δεν το ‘χεις, άνθρωπέ μου, με λόγια πέρα από τα κούφια, γιατί με τυραννάς; Άσε με, να πάω στην ευχή του Θεού! Αν και, μάλλον, θα πεθάνω και θα πάω στον διάολο.
[Η Φαίδρα πάει να φύγει.]
Μιχάλης
Και όμως, σε καταλαβαίνω!
[Η Φαίδρα παύει, γυρίζει να τον κοιτάξει.]
Φαίδρα
{Επιθετικά, προς το μέρος του}
Πώς τολμάς να λες ότι έχεις καταλάβει, ρε κάθαρμα; Σε είχαν και εσένα φυλακισμένο όλη σου τη ζωή; Να σε κάνουν να νιώθεις ένα σκουπίδι, που παίρνει καλύτερη μεταχείριση και ζει κρυφά, ενώ βλέπει τους άλλους να βασανίζονται; Πώς τολμάς–
Μιχάλης
Κι εμένα, η μητέρα μου με παράτησε. Όχι μόνο μου, αλλά με τον πατέρα μου. Κι εκείνος, βεβαίως, δεν ήταν ο ιδανικός γονέας. Μεθυσμένος εικοσιπέντε ώρες, το εικοσιτετράωρο.
{Γελάει σιγανά με βουρκωμένα μάτια}
Εκείνη έλεγε πως δεν άντεχε, και πήγε να γίνει καλόγρια, σε κάποιο μοναστήρι. Καλόγρια! Έλεγε πως δεν άντεχε. Από καλόγριες, έχουμε χορτάσει! Το παιδί της, όμως, γιατί να αντέξει;…
Φαίδρα
Αφού, λοιπόν, με καταλαβαίνεις, βλέπεις πως δεν έχω όρεξη για ρομαντισμούς. Θέλω να φύγω.
Μιχάλης
Φύγε, μα θα έρθω να σε βρω. Και θα μου τον χαρίσεις αυτόν τον χορό, πού θα πάει! Πού θα πάτε, μόνη σας, δεσποινίς; Όπως είπατε, θα πεθάνετε, εκεί έξω! Εγώ, ωστόσο, όσο και αν δεν τα αγαπώ τα χρήματα που έχει ο πατέρας μου, τα βλέπω ως μέσον επιβίωσης. Μπορώ να μας βρω εύκολα ένα σπίτι.
Φαίδρα
Αυτό που κάνεις δεν είναι φιλανθρωπία, μα δωροδοκία, αγαπητέ. Και δεν ενδιαφέρομαι!
Μιχάλης
Ποτέ δε θα ζητούσα αντάλλαγμα για τα χρήματα. Ωστόσο, αν δεν τα θέλετε, το δέχομαι. Σας εύχομαι καλή επιτυχία.
Φαίδρα
Ώστε, θα με αφήσεις όντως να φύγω;
Μιχάλης
Ποιος είμαι, να σας κρατήσω πίσω; Σήμερα είναι η πρώτη μέρα, για το υπόλοιπο της ζωής σας!
[Η Φαίδρα βγάζει ένα χαρτάκι, και γράφει κάτι.]
Φαίδρα
Βρείτε με εδώ, σε μια εβδομάδα, θα πρέπει να αναφέρω το ζήτημα του παρθεναγωγείου στην αστυνομία, πρώτα.
[Ακούγεται από τα παρασκήνια η Ηρώ.]
Ηρώ
Φαίδρα! Πού είσαι, Φαίδρα!
Μιχάλης
Πρέπει να πηγαίνω!
Φαίδρα
Όχι, μη! Αυτή είναι η Ηρώ, είναι η καμαριέρα. Θα μας βοηθήσει.
Ηρώ
Εδώ είσαι, Φαίδρα; Ω, βλέπω έχεις και παρέα! Άντε, καλά στέφανα! Διότι θα φύγετε από εδώ, σύντομα!
Φαίδρα
Τι εννοείς;
Ηρώ
Έννοια σου, και τα έσαξα όλα εγώ! Ο επιθεωρητής είναι, τώρα, στον δρόμο, για να αναφέρει στους ανώτερους όλα όσα έγιναν, και το παρθεναγωγείο θα κλείσει! Είσαι ελεύθερη!
Φαίδρα
Λες αλήθεια;
Ηρώ
Είπα ποτέ, εγώ κουραφέξαλα, μαρή; Γιορτάστε, καλέ! Γιορτάστε!
Μιχάλης
Πίνεις ένα ποτάκι, μια φορά στο τόσο;
Φαίδρα
Όχι…
Μιχάλης
Πάντα υπάρχει η πρώτη φορά!
Ηρώ
Άμα θέλετε να πιείτε, να πάτε στο γραφείο του κυρίου. Ένα ποτό έχει, μα είναι και βαρβάτο. Και μετά, ακούστε κολπάκι που του κάνω αν με πιάνουν πού και πού οι κρεπάλες μου, θα το γεμίσουμε με νερό, για να μην το καταλάβει! Ελάτε μαζί μου.
Πάνε στο γραφείο, και η Ηρώ τους βάζει ένα σφηνάκι στον καθένα. Ύστερα του βάζει λίγο νερό, και το βάζει στη θέση του. Πάνε να το πιει ο καθένας μόνος, μα εκείνη τους σταματάει.
Ηρώ
Όχι, όχι! Τα ανδρόγυνα δεν πίνουν έτσι!
{Τους σταυρώνει τα χέρια}
Έτσι, θα πιείτε!
[Πίνουν ο καθένας το σφηνάκι. Ακούγεται από τα παρασκήνια η Αριάδνη.]
Αριάδνη
Φαίδρα! Πού χάθηκες, πια, πάλι!
Φαίδρα
Αχ, πάλι αυτή! Πάμε να φύγουμε! Να μην την ξαναδώ!
Ηρώ
Κάντε ησυχία, πρωτίστως, μη σας ακούσει ο κυρ-παπα-αιδεσιμωτατο-σεβασμιοτατω-Βιλισάριος! Αυτήν θα τηνε καλμάρετε. Μπορεί κάτι να πήρε καταλάθος τ’ αυτί μου!…
Μιχάλης
Αυτή είναι, ε; Δώσε της μιαν ευκαιρία, ακούγεται μετανιωμένη!
Φαίδρα
Πού την άκουσες εσύ, και το ‘βγαλες και το πόρισμα της μετάνοιας;
[Μπαίνει απότομα η Αριάδνη.]
Αριάδνη
Φαίδρα, εδώ είσαι;–
[Λίγη σιωπή.]
Ηρώ
Καλέ, τι έγινε;
Αριάδνη
Μιχάλη;
Μιχάλης
Μητέρα;
[Κλείνουν τα φώτα. Παίζει κοφτή και έντονη μουσική. Ανοίγουν οι προβολείς ένας-ένας. Η Ηρώ έχει φύγει, οι νέοι κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον, η Αριάδνη είναι όρθια.]
Αριάδνη
Ναι, βλέπεις, δεν είπα ψέματα, όντως, ήρθα να γίνω καλόγρια… Έψαξα να βρω την κόρη μου, που εγώ η ίδια είχα αφήσει σε αυτό το ίδρυμα…
Μιχάλης
Μητέρα, πες μου, τουλάχιστον, σε παρακαλώ, πως η Φαίδρα κι εγώ δεν έχουμε τον ίδιο πατέρα!
Αριάδνη
Όχι, δεν έχετε τον ίδιο πατέρα, ωστόσο, δε θα πρέπει, πια, να είστε μαζί, καταλαβαίνετε πόσο μεγάλη καταστροφή θα είναι για όλους μας, έχετε σχέση εξ αίματος, και εγώ–
Φαίδρα
Ποιος είναι ο πατέρας μου;
Αριάδνη
Δεν ξέρω.
{Κοιτάει αλλού}
Φαίδρα
Αμφιβάλλω πολύ περί αυτού. Ποιος είναι ο πατέρας μου;
{Σηκώνεται}
Αριάδνη
Ο πατέρας Βελισάριος.
[Η Φαίδρα τη φτύνει στο πρόσωπο.]
Αριάδνη
Όχι, δεν είναι όπως το νομίζεις!
Φαίδρα
Ώστε γι’ αυτό ποτέ δεν του ‘λεγες για εμένα ε; Ήθελες να μη μάθει πώς κατέληξε η κορούλα του!
Αριάδνη
Όχι! Απλά ήξερα πώς θα σε τιμωρούσε, αν μάθαινε! Δε λογαριάζει αυτός, ούτε συγγένεια εξ αίματος, ούτε τίποτα!
Φαίδρα
Τι του βρήκες αυτού το καθάρματος; Γιατί δε με πήρες, να χαθείς; Πώς μπόρεσες να φύγεις, ύστερα, και να πας να–
Αριάδνη
Μη βάζεις βρωμόλογα στο στόμα σου! Ναι, ναι, τα αξίζω όλα αυτά τα βρωμόλογα, μα δεν ξέρεις την αλήθεια. Ο πατέρας… Ο Βελισάριος… Με βίασε.
Φαίδρα
Και το θεώρησες καλή ιδέα να δώσεις την κόρη σου στον βιαστή σου! Πώς ξέρεις ότι στα φτωχά από τα κορίτσια, δεν έκανε τα ίδια;
Αριάδνη
Ο Βελισάριος ήταν άνθρωπος με δύναμη και κύρος. Στις εποχές που οι γονείς μου θέλησαν να αποκτήσουν λεφτά, έστειλαν εμένα, τη μοναχοκόρη τους, στον πιο πλούσιο της περιοχής, και πληρώθηκαν πολλά. Δεν ήτανε ακόμη κληρικός, βλέπεις. Όχι για μια νύχτα, μονάχα. Κάποια στιγμή έμεινα έγκυος. Οι γονείς μου διέταξαν ή να παντρευτώ τον πατέρα, ή να δώσω το παιδί. Εγώ αγαπούσα άλλον, και δε θα παντρευόμουν αυτό το τέρας.
Φαίδρα
Και γιατί με παράτησες εδώ;
Αριάδνη
Ο Βελισάριος σε αγάπησε σαν κόρη του. Έτσι είπε, έστω. Και δέχτηκε να σε θρέψει εδώ, στο πιο μεγάλο παρθεναγωγείο της Ελλάδας. Ορκίστηκα στον εαυτό μου πως θα γύριζα να σε πάρω. Οι γονείς μου με πάντρεψαν, και απέκτησα τον Μιχάλη.
{Τον κοιτά}
Σε αγαπάω, γιε μου. Γύρισα πίσω μόνο να πάρω την κόρη μου, μα ο Βελισάριος μου το αρνήθηκε. Τότε, σας είπα το ψέμα, πως πήγα καλόγρια στα βουνά. Έψαχνα ευκαιρία, να τη βγάλω από εδώ. Μα ήσουν, κι εσύ, Φαίδρα μου, τόσο ατίθαση! Ποτέ δε θα δεχόσουν κάτι τέτοιο.
Φαίδρα
Άργησες, βλέπεις, να έρθεις να με βρεις. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που σε “προσέλαβαν”. Ήμουν δώδεκα χρονώ κοριτσάκι! Μα είχα ωριμάσει. Τόσο άργησες να συμπεριφερθείς σα μάνα: δώδεκα χρόνια!
Ηρώ
Πάντως, να μιλήσω κι εγώ;
Αριάδνη
Εσύ να βγάλεις τον σκασμό, και να πας να μαγειρέψεις!
Φαίδρα
Η Ηρώ μου συμπεριφέρθηκε σα μάνα. ΜΟΝΟΝ αυτή το έκανε! Δε θα της μιλάς έτσι, λοιπόν! Γιατί, άμα βγούμε από εδώ, εσύ κι εγώ, είμαστε δυο ξένες!
Ήρω
Ήθελα να πω και στην κυρία πως το παρθεναγωγείο πρόκειται να κλείσει, και ο κύριος να πάρει πόδι. Μηχανορραφήσαμε με τον κύριο Θεοτοκά, τον επιθεωρητά, κοντολογείς, και θα κλείσει η υπόθεση. Τελειώσανε τα βάσανα.
Μιχάλης
Μα ύστερα, θα χαθούμε… Καλύτερα να βασανιζόμουν εγώ, μα να σε ‘βλεπα. Τώρα μονάχα θα βασανίζομαι.
[Λίγη σιωπή.]
Φαίδρα
Σήκω πάνω, και σταμάτα να κλαψουρίζεις. Δεσποινίς, θα μου χαρίσετε αυτόν τον χορό;
[Οι νέοι χορεύουν, και η Αριάδνη τραγουδά, όσο η Ηρώ χορεύει με μια σκούπα αγκαλιά.]
Αριάδνη
Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα
Άσ’ τα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά
Τώρα που τα νιάτα σου είν’ ολανθισμένα
Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα
Τη γαλάζια θάλασσα κοίτα την πλατιά
Κι άσ’ τα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά
Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα
Άσ’ τα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά
Θα ‘ρθει αλίμονο καιρός, άκουσε και μένα
Που δε θα ‘χεις κόκκινα χείλη σα φωτιά
Θα ‘χεις τότε τα μαλλιά καλοχτενισμένα
Θα ‘ρθει αλίμονο καιρός, άκουσε και μένα
Που θα σβήσει η λάμψη αυτή που ‘χεις στη ματιά
Και δε θα ‘χεις κόκκινα χείλη σα φωτιά
Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα
Άσ’ τα ν’ ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά
Είσαι τώρα η άνοιξη θα ‘ρθει καλοκαίρι
Κι ύστερα φθινόπωρο θα ‘ρθει σκυθρωπό
Στον τρελό τον δρόμο σου πάρε με απ’ το χέρι
Είσαι τώρα η άνοιξη θα ‘ρθει καλοκαίρι
Κι ύστερα φθινόπωρο θα ‘ρθει σκυθρωπό
Θα σου πουν χίλιες φορές χίλια σ’ αγαπώ
Κι ύστερα φθινόπωρο θα ‘ρθει σκυθρωπό
Οι νέοι αγκαλιάζονται για μια τελευταία φορά.
Φαίδρα
Δε νιώθω πολύ καλά…
Μιχάλης
Τι έχεις;
[Η Φαίδρα καταρρέει στην αγκαλιά του Μιχάλη. Εκείνος γονατίζει, μα καταρρέει δίπλα της, και τα φώτα κλείνουν απότομα.]
Φωνές
Τα παιδιά! Καλέ, τα παιδιά! Καλέστε ασθενοφόρο! Ασθενοφόρο! Ήπιαν ποτό; Αυτό το ποτό; Θεέ μου! Φαίδρα! Ξύπνα! Μιχάλη! Τα παιδιά μου! Ξυπνήστε! {Γδούποι στο σανίδι, χάος, και ξάφνου σιγή.}
ΠΡΑΞΗ IV
[Τα φώτα ανοίγουν, και ο Βελισάριος κάθεται ήρεμος στο γραφείο του. Γράφει κάτι χαρτιά σοβαρός. Σε κάποια στιγμή, βάζει το ραδιόφωνο.]
Ραδιόφωνο
Νέες αποκαλύψεις για το μεγάλο Παρθεναγωγείο Αγίας Ούρσουλας, και το σκάνδαλο με τον διευθυντή, κληρικό ονόματι Βελισάριο. Ο ίδιος δηλώνει πως δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα λέγονται, μα ύστερα από την ξαφνική δηλητηρίαση των δύο νέων πριν πέντε μέρες και τον θάνατό τους, οι πολίτες εξεγείρονται και η πίεση στις αρχές είναι μεγάλη. Μείνετε συντονισμένοι σχετικά με νέα σκάνδαλα του παρελθόντος που έρχονται στην επιφάνεια, και προσαρτίζουν στο όνομα του διευθυντή περισσότερες κατηγορίες.
[Μπαίνει ο Ιάκωβος, και ο Βελισάριος κλείνει απότομα το ραδιόφωνο.]
Ιάκωβος
Κύριε, είναι εδώ και πάλι η κυρία Χρυσάνθη.
Βελισάριος
Σου έχω πει πως αυτές τις ημέρες δεν επιθυμώ να μιλήσω μαζί της, ή και με κανέναν άλλον!
Ιάκωβος
Μάλιστα, κύριε.
{Αποχωρεί}
[Σε λίγο, η Χρυσάνθη μπαίνει φωνάζοντας και σπρώχνοντας τον Ιάκωβο.]
Βελισάριος
Α, εδώ είσαι, πάλι, Χρυσάνθη; Νόμισα πως με ξέχασες!
Χρυσάνθη
Άσε τις γελοιότητες σε εμένα, Βελισάριε!
[Η Χρυσάνθη πετάει απότομα επάνω στο γραφείο κάτι χαρτιά.]
Βελισάριος
Μα, βλέπω, εν τέλει, δεν έβαλες μυαλό… Ακόμα ψάχνεσαι με αυτό το διαζύγιο; Ξέρεις πώς είναι η γραφειοκρατία στην Ελλάδα…
{Γελάει}
Χρυσάνθη
Έννοια σου, και θα τα κανονίσω όλα εγώ! Εσύ, μονάχα, βάλε την υπογραφή. Έχεις την ευκαιρία να κάνεις μια καλή πράξη, για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή σου!
Βελισάριος
Δεν καταλαβαίνω τι υπονοείς.
Χρυσάνθη
Αλήθεια, δε βλέπεις; Δεν καταλαβαίνεις πως πλησιάζει το τέλος σου; Οι μπάτσοι ίσως και να είναι στον δρόμο, τώρα, που μιλάμε, δε σου έχει μείνει τίποτε να κάνεις!
[Ο Βελισάριος μπαίνει σε έναν πανικό.]
Βελισάριος
Άσε με… Απλά… Άσε με λίγο να σκεφτώ… Τι να κάνω…
Χρυσάνθη
Δεν μπορώ να σε αφήσω, άλλο πια, Βελισάριε!
Βελισάριος
Δεν καταλαβαίνεις, θέλω μόνο, να–
Χρυσάνθη
Εσύ δεν καταλαβαίνεις, Βελισάριε! Ό,τι είχαμε πέθανε! Ακούς; Πέθανε! Προχώρησα, έχω φτιάξει ζωή με άλλον, ό,τι είχαμε το σκότωσες εσύ, με τα βρώμικα χέρια σου, και τη βρώμικη ζωή σου! Τώρα μονάχα απομένει να πας στον διάολο! Να πας, μα πριν, να γίνεις άνθρωπος, και να βάλεις την αναθεματισμένη υπογραφή!
Βελισάριος
Πάψε, πια, ΠΑΨΕ! Άκουσέ με…
{Την πλησιάζει}
Χρυσάνθη
Δε θα ανεχτώ άλλο τη χειραγώγησή σου!
{Τραβάει έναν χαρτοκόπτη, και τον απειλεί}
Βελισάριος
Έλα, αγάπη μου, σύνελθε, σε παρακαλώ, δεν είμαι τέρας…
Χρυσάνθη
Μην πλησιάζεις! ΜΗΝ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙΣ!
[Ο Βελισάριος πάει πιο κοντά, και η Χρυσάνθη κάνει μια απότομη κίνηση και τον κόβει στο χέρι. Εκείνος κάνει λίγο πίσω, και βλέπει το αίμα. Ύστερα πέφτει πάνω της, της πιάνει τα χέρια, και υπάρχει ένταση, ώσπου εκείνη πέφτει στο έδαφος, και ο Βελισάριος κρατάει το μαχαίρι. Η Χρυσάνθη είναι ζωντανή.]
Ηρώ
Κύριε, τι συμβαίνει; Καλέ; ΚΥΡΙΑ!
[Ο Βελισάριος μένει αποσβολωμένος.]
Ηρώ
{Στο τηλέφωνο}
Αστυνομία εκεί; Καλώ από το παρθεναγωγείο και οικοτροφείο Αγίας Ούρσουλας! Ο κύριος Θεοτοκάς έκανε απόπειρα δολοφονίας, κατά της γυναίκας του!
[Ο Βελισάριος βλέπει το μαχαίρι, και το αφήνει να πέσει στο έδαφος.]
Βελισάριος
{Τραυλίζει}
Όχι, όχι, δεν– όχι…
[Η Ηρώ βοηθάει τη Χρυσάνθη να σηκωθεί.]
Βελισάριος
{Φωνάζει ανέλπιδα}
Τι πάει λάθος με όλους σας; Ποιο είναι το πρόβλημά σας; Τι, πια, θέλετε από εμένα;
[Η Χρυσάνθη απλώνει το χέρι της, και του δίνει ένα στυλό.]
Βελισάριος
{Αρπάζει το στυλό με μανία}
Ορίστε! Ορίστε η διαολεμένη σου υπογραφή, πάρ’ την, πάρ’ τα, πάρ’ τα μου όλα!
{Πετάει στον αέρα τα χαρτιά. Βαριανασαίνει}
[Η Χρυσάνθη μαζεύει τα χαρτιά.]
Χρυσάνθη
Κρίμα, Βελισάριε. Αλήθεια, κρίμα. Κάποτε ήσουνα καλός. Πια δεν είσαι παρά ένας μιαρός παιδοβιαστής, ένας μπάσταρδος, ένα τέρας! Αλήθεια, σε λυπάμαι. Αλήθεια… Αντίο, Βελισάριε.
[Η Χρυσάνθη φεύγει μαζί με την Ηρώ. Ο Βελισάριος κάθεται στο γραφείο απελπισμένος, και με μια απότομη κίνηση, εκτοξεύει όλα τα χαρτιά στον αέρα, φωνάζοντας.]
[Μετά από λίγο, βλέπει την τσάντα που η Χρυσάνθη άφησε επάνω στην καρέκλα.]
Βελισάριος
{Αφού ανοίγει την τσάντα}
Η πρώτη μας φωτογραφία… Ήταν όταν την είχα πρωτογνωρίσει. Απένταρος… Αμαθής… Γι’ αυτήν τα έκανα όλα… Και αυτά είναι τα πρώτα μας γράμματα. Της τα έστελνα όταν είχα πάει στρατό. Είχα μπει φυλακή πολλές φορές, επειδή έχανα τον νου μου, σαν τη σκεφτόμουν… Την αγαπούσα… Ακόμα την αγαπάω… Πώς κατάντησα έτσι;…
[Τα διαβάζει.]
Βελισάριος
Χρυσάνθη μου, ελπίζω να σε βρίσκω καλά… Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου. Έχουμε περάσει πολλά ακόμη μαζί, και είμαι σίγουρος πως αυτό δε θα αποτελέσει πρόβλημα. Μπορούμε να το κάνουμε! Μπορούμε!
Σκέφτομαι όλα όσα δε βρήκαμε την ευκαιρία να κάνουμε. Σου υποσχέθηκα πως θα σε πήγαινα στο Παρίσι…
Δεν πήγαμε ποτέ στο Παρίσι…
[Λίγη σιωπή. Ακούγονται γυναικεία γέλια. Μπαίνει η Αριάδνη, χωρίς μαντήλι.]
Αριάδνη
Ω, πάτερ Βελισάριε, βλέπω είστε εδώ!
{Την αγνοεί, σκεπτόμενος}
Ψάχνετε τρόπο να βγάλετε το φίδι από την τρύπα; Προτείνω πρώτα να βγείτε εσείς!
Βελισάριος
Αριάδνη, έχεις πιει; Τι ενδυμασία είναι αυτή;
Αριάδνη
Γιατί όχι; Θέλω να πω, ακόμη και αν ήπια, που δε λέω ότι ήπια, γιατί να μην πιω;
Βελισάριος
Δεν έχουμε χρόνο για παλιμπαιδισμούς, αυτή τη στιγμή!
Αριάδνη
Ω, μα, αντιθέτως, θαρρώ, τωόντι, πως τώρα είναι η μοναδική ώρα για παλιμπαιδισμούς! Βλέπεις, Βελισάριε, σε λίγο θα είμαστε στην καζάρμα! Εκεί δεν ξέρω, πράγματι, αν υπάρχει χώρος για παλιμπαιδισμούς!
Βελισάριος
Εγώ δε θα μπω σε καμία φυλακή! Έχω δύναμη και κύρος, όσο για εσένα…
Αριάδνη
Ο κλασικός Βελισάριος! Αγνοεί το προφανές! Σε διπλανά κελιά θα είμαστε, αγαπητέ! Διότι, πράγματι, εγώ δεν ήμουν αγία, μα εσύ κατά πολύ έχεις ξεπεράσει αυτό το στάδιο. Βεβαίως…
{Γελάει}
…ποτέ δε θεώρησα, να πω την αλήθεια, ότι ήσουν κι εσύ… αγία! Αλλά έννοια σου, και δε σε σκοτώνω τώρα, γιατί ξέρω πολύ καλά τι μεταχείριση θα σου δώσουν οι συγκάτοικοί σου, στο νέο σου σπίτι!
Βελισάριος
Εξαφανίσου, Αριάδνη! Αν θες να το σκάσεις, κάν’ το! Αν θες να με νευριάσεις, δεν μπορείς, απλά χάσου απ’ τα μάτια μου!
Αριάδνη
Ω, όχι! Βλέπεις, στις φυλακές, δε νομίζω να μας δίνουν ώρα να μιλάμε… Ιδίως για τους παιδεραστές σαν και του λόγου σου, πολλά ακούγονται… Δε νομίζω ότι θα βγεις ποτέ! {Γελάει}
Βελισάριος
Δεν έχεις δικαιοδοσία να είσαι στο γραφείο μου! Απολύεσαι!
[Η Αριάδνη γελάει επικριτικά και δυνατά.]
Αριάδνη
{Γελάει}
Απολύομαι; Αδελφή Αριάδνη, απολύεστε! Περάστε να πάρετε και την αποζημίωση, γιατί είναι γνωστό τι μπορείτε να κάνετε με μερικές δραχμές στη φυλακή!
Βελισάριος
Πάψε πια, με αυτήν την τρέλα… Δεν ξέρεις τι λες…
Αριάδνη
Πατερούλη μου, λέω να τραγουδήσουμε!
Βελισάριος
Πώς;
Αριάδνη
Να τραγουδήσουμε! Κάτι που να περιγράφει την κατάστασή μας! Ίσως Βρέχει Φωτιά; Ή μήπως, α, ναι, καλύτερο, δώστε μου λίγο, να το βάλω στο πικ-απ!
Βελισάριος
Ε, αυτό είναι άνω ποταμών!
[Στο πικ-απ ξεκινάει να παίζει το “Το Τελευταίο Βράδυ μου”. Η Αριάδνη τραγουδάει και χορεύει.]
Αριάδνη
Το τελευταίο βράδυ μου,
Βελισάριος
{Σιγανά}
Σταμάτα…
Αριάδνη
Απόψε το περνάω!
Βελισάριος
{Λίγο πιο δυνατά}
Πάψε…
Αριάδνη
Και όσοι με πίκραναν πολύ,
Βελισάριος
{Μιλώντας δυνατά}
Πάψε, πια! ΠΑΨΕ!
Αριάδνη
Τώρα που φεύγω απ’ τη ζωή,
Βελισάριος
{Φωνάζοντας}
Πάψε! Σταμάτα, σταμάτα πια! ΠΑΨΕ!
{Βήχει}
Αριάδνη
όλους τους συγχωρνάω!
Βελισάριος
{Φωνάζοντας με όλη του τη δύναμη/βήχοντας}
ΣΚΑΣΜΟΣ!
[Οι φωνές του Βελισάριου γίνονται βουβές, η Αριάδνη τραγουδά σιωπηλά, το τραγούδι δυναμώνει.]
Αριάδνη
Όλα είναι ένα ψέμα,
Μια ανάσα, μια πνοή…
Σα λουλούδι, κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή!
Σα λουλούδι κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή!
Εις το επανιδείν… Κύριε διευθυντά!…
[Η Αριάδνη φεύγει. Το τραγούδι συνεχίζει πιο σιγά. Ο Βελισάριος παίρνει στο χέρι του τα γράμματα και τη φωτογραφία, τους βάζει φωτιά, μπαίνει στον στίχο, τραγουδά και χορεύει.]
Βελισάριος
Εκεί που πάω, δεν περνά
Το δάκρυ και ο πόνος.
Τα βάσανα και οι καημοί,
Εδώ θα μείνουν, στη ζωή
Κι εγώ θα φύγω μόνος…
Όλα είναι ένα ψέμα,
Μια ανάσα, μια πνοή…
Σα λουλούδι, κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή!
Σα λουλούδι κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή!
[Ο Βελισάριος σταματάει να τραγουδάει, κλειδώνει την πόρτα, τακτοποιεί τα πράγματα στο γραφείο του, κάθεται.]
Τραγούδι
Δυο πόρτες έχει η ζωή.
Φωνές
Κύριε Θεοτοκά, ανοίξτε την πόρτα αμέσως!
Τραγούδι
Άνοιξα μια, και μπήκα.
Φωνές
Αστυνομία, ανοίξτε, θα μπούμε με τη βία!
Τραγούδι
Σεργιάνισα ένα πρωινό,
Κι, ώσπου να ‘ρθει το δειλινό…
Φωνές
ΑΝΟΙΞΤΕ!
Τραγούδι
Από την άλλη βγήκα.
[Ο Βελισάριος βγάζει ένα όπλο από το συρτάρι, το σημαδεύει στο κεφάλι του, και τα φώτα κλείνουν απότομα, ενώ ακούγεται το τραγούδι.]
Τραγούδι
Όλα είναι ένα ψέμα,
Μια ανάσα, μια πνοή…
Σα λουλούδι, κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή!
Σα λουλούδι κάποιο χέρι
Θα μας κόψει μιαν αυγή!
[Ακούγεται ένας πυροβολισμός.]
ΤΕΛΟΣ

No responses yet