Το όνομά μου είναι Λώλας Θεοφάνης, και είμαι έφηβος συγγραφέας και σεναριογράφος. Σε αυτό το άρθρο, μπορείτε να διαβάσετε το διήγημά μου, το οποίο έλαβε μέρος και βραβεύτηκε σε έναν διαγωνισμό ενάντια στη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Αυτός ο διαγωνισμός διοργανώθηκε σε συνεργασία τού Δήμου Πατρέων και του ΕΣΥΝ Πάτρας. Πρόκειται για ένα δοκίμιο που αντιτίθεται στη χρήση των ναρκωτικών -νόμιμων και μη-, αλλά και την προώθησή τους από το σύστημα εκμετάλλευσης.
Μία ουσία την ημέρα, τη σκέψη την κάνει πέρα
“Γνωρίζετε το κορίτσι, μάρτυρα”;
“Καλύτερα απ’ ό,τι αυτή γνωρίζει τον εαυτό της, κύριε πρόεδρε”.
“Τι έχετε να καταθέσετε ενώπιον του νόμου”;
“Πως αυτό το κορίτσι άξιζε καλύτερα. Είχε τέρατα στη ζωή της πολύ μεγαλύτερα από αυτά που έχετε εσείς, και που έχω εγώ. Μα δεν έπρεπε. Απλά δεν έπρεπε να την εκμεταλλευτεί έτσι η κοινωνία”…
“Γίνετε πιο συγκεκριμένος. Πότε τη γνωρίσατε”;
“Καλώς… Όλα ξεκίνησαν πριν από έναν χρόνο. Εγώ, όπως ξέρετε, φοιτώ στη δεύτερη τάξη τού λυκείου, κι εκείνη ήταν έναν χρόνο μικρότερη από εμένα. Ήταν αυτό που κανείς θα αποκαλούσε ‘το κορίτσι τού τελευταίου θρανίου’. Αυτό το κάτι, που κανείς δεν έχει προσέξει. Πάντα χαμηλών τόνων. Κανείς αδιάφορος θα νόμιζε πως ήταν ντροπαλή, μα κανείς ποτέ δε θα σκεφτόταν την αλήθεια”.
“Και ποια ήταν αυτή η αλήθεια, κύριε μάρτυρα”;
“Πως κανείς ποτέ δεν την άφησε να σηκώσει τα μάτια από το έδαφος”.
“Την ιστορία της πρέπει να την ξέρουν όλοι! Να την ακούσουν μικροί και μεγάλοι! Με αυτήν έπαιξε η μοίρα, γέλασε, την τσαλαπάτησε, ποτέ της δε χάρηκε ένα πρωινό, μονάχα ήλπιζε πως κάθε νύχτα θα είναι η τελευταία, πως ο θεός τού ύπνου θα τη λυπούνταν, πως δε θα την άφηνε να ζήσει πάλι τη μαύρη μέρα, πως θα της έκανε αυτήν τη χάρη… Και πως θα την έπαιρνε μαζί του για πάντα. Κάθε πρωί που ξυπνούσε για να πάει στο σχολείο, διότι ποτέ κανείς δεν την πήγε ως εκεί, όλο και λιγότερο πίστευε πως υπάρχει Θεός, γιατί, αν υπήρχε, θα λυπούνταν το αθώο της κορμί, που είχε πια πάρει ο διάβολος”!
“Παρεκτρέπεστε, κύριε μάρτυρα! Ομιλείτε συναισθηματικώς, μα φεύγετε από το ζωτικό μας θέμα. Είχατε προηγουμένως καταθέσει στην κυρία εισαγγελέα πως το κορίτσι κακοποιούταν. Αληθεύει”;
“Ναι. Θα το πω με όσο βροντερή φωνή τού αρμόζει, γιατί είναι αλήθεια! Ο πατέρας της είναι ένα κάθαρμα”!
“Μιλάτε με σεβασμό, μάρτυρα! Μην ξεχνάτε πως αναφέρεστε σε έναν άνδρα πολύ μεγαλύτερο από εσάς, και που–”
“Δε με νοιάζει πόσο μεγαλύτερος είναι! Δε με νοιάζουν τα πτυχία του! Είναι σάπιος από μέσα ως έξω! Οι μιαρές και λιγδιασμένες του απολαύσεις, έβρισκαν άχτι στο βελούδινό της σώμα, που βεβηλωνόταν από όταν αυτή μπήκε στην εφηβεία! Η αξιοπρέπειά της είχε γνωρίσει θεόρατη ιεροσυλία, η ψυχή της ήταν μαύρη σαν τη ζωή της! Και, όταν πια έφτανε στο σχολείο, που έλεγε πως εκεί θα έβρισκε γαλήνη, εκεί ήταν που πέντε παιδιά, πάντα τα ίδια παιδιά, έκαναν ό,τι πάντα”…
“Πείτε μας πιο συγκεκριμένα! Εδώ είναι δικαστήριο, και μιλάμε με πειστήρια και με αποδείξεις! Κατηγορείτε έναν άνθρωπο για σεξουαλική παρενόχληση, άτομα για εκφοβισμό σε ακραίο βαθμό, μα δε μιλάτε καθαρά”!
“Εκείνη την ημέρα, το χείλος της είχε ματώσει. Πριν έρθει στο σχολείο, ο πατέρας άκουσε τα βήματά της, και ξύπνησε στραβωμένος. Πίσω από την πόρτα είχαν πάντα έναν βούρδουλα. Όλα αυτά μού τα είπε πέρυσι, όταν πρωτοήρθε στο λύκειο. Μου είχε πει και κάποτε πως είχε δει τον πατέρα της να βαράει τη μάνα της με τον βούρδουλα μια φορά μονάχα, επειδή νόμισε πως τον απάτησε, και από τότε τον φοβόταν. Την πρωία, όμως, εκείνη, ο πατέρας της απαίτησε κάτι ξεδιάντροπο, δε θα τολμήσω να το ξεστομίσω… Αχ, το σκέφτομαι και ανατριχιάζω! Τι κάθαρμα, Θεέ μου! Τι αθώο κορίτσι”…
“Και; Τι έγινε μετά”;
“Εκείνη είπε πως θα αργούσε, δήθεν, κι εκείνος πήρε ανάποδες και τράβηξε τον βούρδουλα. Το κορίτσι τρομοκρατήθηκε, και άρχισε να παρακαλά, μα εκείνος, με μανία, την έστησε στον τοίχο και βάρεσε το κορμάκι της σαν κομμάτι σάρκα. Ήταν μικρή, εύθραυστη, και η μάνα της άκουσε τα κλάματά της, μα το γαύγισμα του άνδρα, ‘γυναίκα, κοιμήσου, εσύ’, την τρομοκράτησε, και την έστειλε για ύπνο.
Όταν, πια, το καημένο κοριτσάκι είχε ταλαιπωρηθεί, και δεν μπορούσε να περπατήσει, ο πατέρας της αρνήθηκε να τη βλέπει άλλο στο σπίτι, και την έστειλε στο σχολείο. ‘Είσαι άθλια κόρη, μα εγώ κάνω ό,τι μπορώ, για εσένα’! Αυτά τής έλεγε. Όταν τα παιδιά την είδαν στο σχολείο έτσι, άλλα την προσπέρασαν -θαρρείς πως δεν τα αφορούσε- και άλλα τη χλεύασαν. Εκείνη έκανε πως δε νοιάστηκε. Είχε πάντα το ίδιο σύνθημα: αν δε μιλήσω, θα περάσει γρηγορότερα. Αυτό την είχε αναγκάσει η κοινωνία να πιστεύει. Να μη μιλάει, να κοιτάει χαμηλά”.
“Καλά όλα αυτά, όμως δε μας βοηθάνε με την υπόθεση που διερευνούμε”.
“Είναι όλα αλληλένδετα. Μόλις καταλάβετε τι βάσανα είχε υποστεί αυτό το κορίτσι, τότε θα καταλάβετε, κιόλας, πόσο εύκολα κατάφερε και την εκμεταλλεύτηκε το σύστημα”.
“Εμένα με γνώρισε, λοιπόν, στο σχολείο, τότε. Ήταν όμορφη, σαν ολάνθιστη τουλίπα. Εγώ, βέβαια, είχα χάσει την πίστη μου στον έρωτα. Από τότε που είχα εκείνη την απογοήτευση, είχα πάψει να είμαι ρομαντικός, να σέβομαι τον εαυτό μου και τους άλλους. Κάπνιζα. Ναι, κάπνιζα μανιακώς. Το τσιγάρο είναι ναρκωτικό, κύριε πρόεδρε. Και, αν το διαφοροποιεί από τα άλλα ναρκωτικά ότι είναι νόμιμο, τότε θέλω να σας πω ότι εσείς το έχετε κάνει νόμιμο: εκμεταλλεύεστε την αδυναμία μας, και μας πουλάτε το ναρκωτικό που τόσο πασχίζετε να το περάσετε σαν ‘μόδα’, όσο και αν βάζετε ταμπέλες που μας προϊδεάζουν για το πόσο πλήττει την υγεία μας.
Μιλήσαμε, εκείνη την ημέρα, κι ένιωσα όπως είχα να νιώσω πολύ καιρό… Δεν ήθελα να πιστέψω πως την ερωτεύτηκα. Δεν ήξερα, αλήθεια, τι ήταν καλό για τα βάσανά της -τα οποία μου εκμυστηρεύτηκε τις επόμενες ημέρες, από αυτό βλέπει κανείς πόσο της έλειπε η αγάπη. Και της είπα πως το τσιγάρο θα την κάνει να ξεχαστεί”.
“Γνωρίζετε πως η διακίνηση νικοτίνης ανάμεσα σε ανηλίκους είναι παράνομη, έτσι”;
“Απ’ όσα θα ακούσετε σε αυτήν την ιστορία, αυτό είναι το πιο έντιμο”.
“Και, τι έγινε, λοιπόν”;
“Κάπνισε. Κάπνισε ένα, και δύο, έως ότου τα είχε ανάγκη. Δεν άντεχε στη σκέψη πως αυτό το ‘στήριγμα’, όπως το αποκαλούσε τόσο λυπηρά, ίσως να χανόταν, και να την ανάγκαζε να υπομείνει το βάσανο. Εγώ, εν αρχή, χαιρόμουν που την έβλεπα χαρούμενη. Μα, όσο περνούσε ο καιρός, καταλάβαινα πως, πια, δεν ήταν αυτή που ήξερα πρώτα… Είχε αρχίσει να φθείρεται. Να χάνει την αίσθηση δικαιοσύνης της, αυτή τη λιγοστή που είχε, να μη νοιάζεται, να αρνείται να δει την πραγματικότητα. Της είπα, μια μέρα, να καλέσει την αστυνομία, ή το Χαμόγελο του Παιδιού… Έπρεπε να επιμείνω και άλλο… Μα φοβόταν. Φοβόταν τον πατέρα της”.
“Στην τσάντα της, ωστόσο, δε βρέθηκε μονάχα νικοτίνη”.
“Ποτέ δε φτάνει ένα. Ένα τσιγάρο, μια τζούρα, μια ανάσα, ποτέ δεν είναι αρκετό. Πάντα θέλει κάτι παραπάνω, και άρχισε να ζητά πιο πολλά, και πιο πολλά. Σε ένα διάστημα ενός μηνός, ενώ οι θηριωδίες τού πατέρα της και η αδιαφορία τής μητέρας της συνεχίζονταν ακάθεκτες, της βρήκα πάνω από δέκα διαφορετικά είδη ναρκωτικών ουσιών. Μου υποσχέθηκε πως θα δοκίμαζε, μόνο… Μα ποτέ δεν είναι ένα ‘δοκιμάζω’, μόνο”…
“Κατανοείτε πόσο βαρύ είναι αυτό που παραδέχεστε; Αυτό το κορίτσι–”
“Ξέρω! Ξέρω πολύ καλά τι απέγινε, αυτό το κορίτσι. Και, ναι, φταίω εγώ. Λέτε να μην έχω τύψεις; Λέτε να κοιμάμαι το βράδυ ήρεμος; Ε; Φταίω! Φταίω, ναι, και θα με βαραίνει μια ζωή! Θα με βαραίνει πώς, αυτό που εγώ της πρωτοέδωσα, άρχισε να τη σαπίζει από μέσα προς τα έξω, ώσπου να την κάνει ένα κινούμενο, σάρκινο κουφάρι. Έχασε τον εαυτό της, με αυτές τις αναθεματισμένες ουσίες”.
“Προς τι η μακροσκελής παύση; Δεν έχετε κάτι να προσθέσετε”;
“Μια μέρα, μου ζήτησε, αν δεν απατώμαι, λίγη κοκαΐνη. Δε θα αρνηθώ πως είχαμε κάνει και μαζί, χρήση. Είχε ένα εγκαταλελειμμένο ερείπιο, κοντά στο σπίτι μου, κι εκεί είχαμε πάει για να βαρέσουμε ενέσεις. Ήξερα πόσο άθλιο ήταν αυτό, μα έλεγε πως ξεχνιόταν, πως την έπαιρνε από την πραγματικότητα, πως την ωθούσε να πιστεύει πως δεν ήταν και τόσο χάλια. Ναι, ήθελα να τη βλέπω να χαίρεται. Όχι όμως να αυτοκτονεί, αργά-αργά… Τέλος πάντων, εκείνη τη μέρα τής το αρνήθηκα. Της είπα πως δε θα της έδινα τίποτε άλλο, πια, πως έπρεπε να ληφθούν δραστικά μέτρα, επειγόντως”.
“Δε σας άκουσε, όμως, έτσι δεν είναι”;
“Πράγματι. Δε με άκουσε… Άρχισε να απαιτεί αυτό που τόσο, έλεγε, πως χρειαζόταν, μα εγώ τής το αρνήθηκα.
– Φέρε μου λεφτά, τουλάχιστον! Έλεγε εκείνη, στριγκλίζοντας.
– Ούτε δεκάρα! Αγάπη μου, άκουσέ με, σου κάνει κακό!
Ήταν τόσο καλό κορίτσι, κύριε πρόεδρε. Τόσο γλυκιά, τόσο λεπτή… ΔΕΝ ΤΗΣ ΑΞΙΖΕ!
– Φέρε μου, είπα! Δε με αγαπάς! Φέρε!
Έπεσε πάνω μου, χίμηξε ωρυόμενη, απαιτώντας λεφτά, μα εγώ την κράταγα σφιχτά. Δεν ήθελα ποτέ να την πιάσω έτσι, βίαια, μα έπρεπε!
– Φέρε, είπα! ΘΕΛΩ ΚΑΙ ΑΛΛΟ! Δεν μπορώ να ζήσω, έτσι, ακούς; Δεν μπορώ! Σε παρακαλώ!
Με κοίταζε και έλιωνα. Με άγγιζε και τη λυπόμουν, πέθαινα, καιγόμουν ζωντανός! Αυτή τη στιγμή δε θα την ξεχάσω ποτέ! Να με βλέπει στα μάτια, να με κρατά γερά, να μου λέει πως δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι της, να καταρρέει μέσα στην αγκαλιά μου, μα ταυτόχρονα να με φτύνει, να μου φωνάζει πως δεν την αγαπούσα, και πως ποτέ δεν την αγάπησα”…
“Καταλαβαίνω πως είναι δύσκολο”…
“Δεν τέλειωσε, τίποτα ακόμη… Μου είπε πως θα έφευγε, και πως δε θα την ξαναέβλεπα ποτέ. Πως θα κρεμιόταν από ένα σκοινί, ή θα έπινε απορρυπαντικό, για να πεθάνει, και να γλιτώσει από τον εγωκεντρισμό μου, από την αδικία…
– Είναι άδικο! Δεν καταλαβαίνεις, είναι άδικο! Δε μου αξίζει! Μου το έδωσες και μου το παίρνεις, φέρ’ το μου!
Μπορούσε να σωθεί. Μπορούσε να μιλήσει με έναν ειδικό, να καλέσει την αστυνομία, να πάρει τηλέφωνο κάπου, κάποιον, να πει κάτι! Μα αυτές οι ουσίες… Αυτά τα παλιοχάπια, οι σύριγγες, τα τσιγάρα, τα χασίσια! ΟΛΑ ΑΥΤΑ! Την καταδίκασαν!… Και την πήραν από τη μία κόλαση, και την πήγανε στην άλλη!
– Δε μιλάς καθαρά! Της έλεγα. Οι ουσίες μιλάνε, όχι εσύ! Σύνελθε, έλα πίσω, γύρνα σε εμένα! Θα ‘μαστε μαζί, θα τη βρούμε την άκρη!
– Παράτα με!
Άρχισε να με σπρώχνει, να με βαράει και να ξεμαλλιάζεται για να την αφήσω, να φωνάζει ‘βοήθεια’… Εγώ την άφησα, και, σαν την είδα να στραβοπατάει στον δρόμο, ψέλλισα ‘Σε αγαπώ… Να προσέχεις…’, και χάθηκε”.
“Και… μετά τι έγινε, μάρτυρα”;
“Τι να γίνει; Λες και δεν τα ξέρετε. Μετά τη βρήκαν. Πίσω από το ερείπιο, στο παγκάκι. Με τη σύριγγα στο χέρι. Είπαν ‘υπερβολική δόση’. Εγώ λέω ‘κατάχρηση’. Όχι μόνο ουσιών, αλλά κατάχρηση ψυχής, κατάχρηση σώματος, κατάχρηση ενός παιδιού. Εμείς τη σκοτώσαμε, κύριε δικαστά! Όχι μόνη της, όχι τα ναρκωτικά… εμείς! Εμείς, και όσα τής δώσαμε! Εγώ το τσιγάρο, εκείνοι τον φόβο, κι εσείς τη σιωπή! Τη σιωπή, και το μέσον”!
ΤΕΛΟΣ
Πηγές:

No responses yet