Η Μυρωδιά τού Μαύρου Ουρανού – Διήγημα

Latest Comments

Το όνομά μου είναι Λώλας Θεοφάνης, και είμαι έφηβος συγγραφέας και σεναριογράφος. Το παρακάτω διήγημά μου, έλαβε μέρος στον διαγωνισμό λογοτεχνίας “Πεντζίκης“, με ελεύθερο θέμα που περιστρέφεται γύρω από τον όρο <<μεταμόρφωση>>. Αποφάσισα να μιλήσω για το Άουσβιτς, και τις αποτρόπαιες πράξεις τού ναζιστικού καθεστώτος στη Γερμανία το 1940, ώστε -με τον σεβασμό που πρέπει να δείξω- να δείξω πως δεν ξεχνάμε τη σκοτεινή ιστορία, και πως δεν πρέπει να την επαναλαμβάνουμε. Πρόκειται για τη μυθοπλασμένη -ωστόσο αληθοφανή και βασισμένη σε αληθινές ιστορίες- μαρτυρία τής κυρά-Δεσποινιώς.

Η Μυρωδιά τού Μαύρου Ουρανού

<<Το έλεγαν πως αυτή η ώρα θα ερχόταν. Ότι θα ακούγαμε τα τανκ, και θα έμπαινε η σβάστιγγα στη Θεσσαλονίκη, όχι όπως τότε, όμως, το 1941. Για τον αρχηγό, τον γερμαναρά, είχαν ακουστεί πολλά. Έλεγαν πως ήταν αδίστακτος, μουρλός, και πως είχε ένα μίσος για τους Εβραίους, ακόμη και αν ήταν η μάνα σου ή ο πατέρας σου. Εγώ είχα γεννηθεί Ελλάδα, μα η μάνα μου ήταν περήφανη Εβραία. Δεν πίστευα λέξη από όσα έλεγαν. Θα ήταν αυτές οι υπερβολές τού ραδιοφώνου.

Το πρωί εκείνης τής μέρας, ακούστηκαν βαριά οχήματα να τρίζουν το οδόστρωμα. Βγήκαμε έξω, και επάνω στις ράχες τους είχαν καρφωμένες τις σημαίες τού Ναζισμού. Ώστε, ήταν ώρα! Ίσχυαν τα νέα, ότι η Ναζιστική Γερμανία ξεκινούσε τις συλλήψεις; Στο κρεβάτι ο αρραβωνιαστικός μου, ακόμα κοιμότανε. Ο Κώστας ήταν ένα εκπληκτικό παιδί, όχι Εβραίος, όμως. Τον είχα αγαπήσει με όλο μου το σώμα. Ήμαστε μαζί πολύν καιρό, είχαμε ξεπεράσει όλες τις δυσκολίες και τα προξενιά, και ήμαστε μαζί ενάντια σε κάθε έναν που δεν πίστεψε σε εμάς.

Το αντισημιτικό κίνημα, ήταν όντως υπαρκτό, και είχε κερδίσει τη θέση του στη σκέψη πολλών ανθρώπων. Μα ο Κώστας με αγάπησε και ταξιδέψαμε μαζί ως τη Θεσσαλονίκη, παρ’ όλες τις δυσκολίες. ‘Δε θα μπουν’. Μου έλεγε. ‘Και, αν μπουν, οι Έλληνες είμαστε παλικάρια, και θα τους κατατροπώσουμε’. Δεν ήξερε, ωστόσο, τι ερχόταν στη συνέχεια… Έτρεξα και τον ξύπνησα. Ήμουν φουρτουνιασμένη, δεν μπορούσα να ανασάνω καλά.

– Δεσποινιώ; Πες μου, πες μου τι συμβαίνει! Μίλα μου!

– Ήρθαν, Κώστα! Ήρθαν οι Γερμανοί!

Εκείνος έτρεξε στο παράθυρο, και είδε το πλήθος που στεκόταν στα πεζοδρόμια, και τους Γερμανούς στρατιώτες που είχαν υψώσει το χέρι τεντωμένο. Φώναζαν γερμανικές λέξεις, μεταξύ τους ξεχωρίσαμε και το όνομα του δικτάτορα, λέγανε Χίτλερ, Φύρερ Χίτλερ!

– Φύγε! Φώναξε ο Κώστας. Φύγε! Πάρε τα πράγματά σου, και φύγε! Τρέξε, ώσπου να βγεις από την πόλη!

– Όχι! Δε θα σε αφήσω!

Εκείνος με άρπαξε από τα μπράτσα, και πρώτη φορά δε μου μίλησε γλυκανάλατα. Με διέταξε να φύγω αμέσως. Μάλλον, είχε υποψιαστεί για ποιον λόγο είχαν έρθει εδώ. Ξάφνου, βρόντηξε η πόρτα. Μια αγριεμένη φωνή, φώναζε από πίσω. Ο Κώστας μού έκλεισε το στόμα, και μου είπε να μη βγάλω άχνα. Απότομα, η πόρτα τινάχτηκε πίσω, και έσπασε, και μέσα μπήκε ένα στρατιώτης με την κόκκινη κορδέλα και τον σπειρωτό σταυρό στο μπράτσο, και με άρπαξε από το μαλλί. Εγώ ούρλιαξα, και ο Κώστας αφήνιασε. Βούτηξε ένα μαχαίρι, και χίμηξε πάνω στον αγριεμένο άντρα, μα εκείνος έβγαλε ένα όπλο, κι εγώ κραύγασα στον Κώστα να σταματήσει.

– I am a Jew! Φώναξε ο Κώστας, λέγοντας ψέματα, πως είναι Εβραίος.

Ο στρατιώτης πάγωσε. Τον άρπαξε και αυτόν, και μας έβγαλε από την πόρτα. Τα απέναντι σπίτια είχαν σπασμένα παράθυρα, φωνές, κραυγές και φλόγες τύλιγαν τους πάντες, οι στρατιώτες άρπαζαν μανιασμένα συγκεκριμένους ανθρώπους, και τους φόρτωναν σε φορτηγά, δίχως να νοιαστούν αν θα πεθάνουν από τα χτυπήματα στον δρόμο.

Έπιασα τον Κώστα στην αγκαλιά μου, και στη γωνιά τού κρύου καραβανιού, έκλαψα, όσο μπορούσα, σκεπτόμενη πως ίσως να μην τον ξαναέβλεπα ποτέ! Έκλαψα, έκλαψα, έκλαψα! ‘Κώστα! Μη με αφήσεις ποτέ, Κώστα, μη! Σε παρακαλώ! Σε αγαπάω’! ‘Κι εγώ’! Έλεγε εκείνος. ‘Θα είμαστε μαζί πάντα! Ακούς, πάντα μαζί! ΠΑΝΤΑ’! Στον δρόμο, το καραβάνι γέμισε αποπνιχτικά. Ταξιδεύαμε ώρες, ένιωσα πως ίσως φτάσαμε και το εικοσιτετράωρο, μα μπορεί να είναι που δε φάγαμε τίποτα, που δε σταματήσαμε για καμία μας ανάγκη, πως μεταφερόμαστε μέσα στη βρώμα και τη δυσωδία των ούρων και των εμετών. Μάνες κρατάγανε τα παιδιά τους, γέροι άνθρωποι και γριές γυναίκες κάνανε τον σταυρό τους, όλοι βαλμένοι εκεί, σα σαρδέλες, φοβούμενοι πως, αν σαλεύαμε, θα μας κάνανε χειρότερα και από τον θάνατο.

Κάποια στιγμή, φτάσαμε σε έναν σταθμό, και μας μπάσανε σε ένα τρένο. Χωρίς λόγο, μας βαράγανε με λοστούς και με όπλα, σε μερικούς που αργήσανε να ανέβουν, σπάσανε τα χέρια. Στον δρόμο, μια μάνα με το παιδί της πηδήξανε από ένα παράθυρο, μα σίγουρα δεν επέζησαν. Ο δρόμος ήταν κρύος και εξουθενωτικός. Πάντοτε, ωστόσο, η παρηγοριά μου ήταν η αγκαλιά τού Κώστα μου. ‘Όλα θα τελειώσουν’! Μου έλεγε. ‘Λίγο ακόμα’! Ήταν φριχτό, μα στην αγκαλιά του, ένιωθα πως, όντως, θα τα περάσουμε όλα. Ύστερα από ώρες, το τρένο μπήκε σε ένα καλά οχυρωμένο μέρος.

Ένας στρατιώτης, μιλούσε γερμανικά στον άλλον, και είπεAuschwitz zwei, Birkenau. Το τρένο σταμάτησε απότομα, και μας έσπρωξαν κάτω. Ο Κώστας, πολλά χρόνια στον στρατό, πηδούσε με δεξιοτεχνία, και μου έλεγε τι έπρεπε να κάνω, πριν μου το πούνε. Μην κουνιέσαι, μη μιλάς, μην αναπνέεις. Το τρένο έφυγε για αλλού, και στη σειρά μάς τοποθέτησαν οι Γερμανοί στρατιώτες περίπου χίλια άτομα, και με τα άλλα τρένα που ακολούθησαν, φέρανε άλλα τριάντα χιλιάδες. Αν αυτοί ήταν μονάχα οι Έλληνες, πόσους άμοιρους έχουν φέρει σε αυτό το στρατόπεδο συγκέντρωσης;

Για κάθε δέκα από εμάς, αντιστοιχούσε ένας ένοπλος στρατιώτης. ‘Μην τολμήσεις και κουνηθείς, κλάψεις, μιλήσεις’! Είπε αυστηρά, κοφτά ο Κώστας, όταν ο Γερμαναράς γύρισε πλάτη. Halt die Klappe, Juden! Αυτό φωνάζανε. Ήξερα λίγα γερμανικά, γιατί μ’ άρεσε να διαβάζω. Μας λέγανε να σκάσουμε, εμείς οι Εβραίοι. Αν και όλοι σε σειρά, επικρατούσε ταραχή. Ένας Γερμανός, που είχε περισσότερα παράσημα από τους άλλους, τράβηξε το όπλο του, το πρότασσε σε ένα μικρό παιδί, πέντε χρονώ, και τράβηξε χωρίς ενδοιασμό τη σκανδάλη.

Το παιδί έπεσε κάτω, αμέσως, και όσοι τόλμησαν να ανασάνουν βαριά, αποδοκιμάζοντας το γεγονός, εκτελέστηκαν επίσης, επί τόπου. Ο Κώστας έσφιξε τα δόντια του, κι εμένα τα μάτια μου έσπασαν, σχεδόν, από το κλάμα, μα δεν ξεστόμισα λυγμό. Αρχίσανε μετά, εκεί, δίπλα στα πτώματα, να φωνάζουν ονόματα. Για ώρες, φωνάζανε ονόματα, και αρπάζανε τα μπράτσα βίαια, και τους χώνανε σε άλλα καραβάνια. Θα μας χωρίσουν. Στάσου πιο ψηλά, θα φαίνεσαι γερή. Τους αδύναμους τους εκτελούν. Ψιθύρισε ο Κώστας. Ξάφνου, δύο στρατιώτες με άρπαξαν,  και άλλοι δύο τον Κώστα, και μας έσκισαν, έτσι. Εγώ φώναξα, μα ένας Γερμανός με βάρεσε με μια αιχμηρή κόψη στο πόδι, και πήγα να πεθάνω από τον πόνο.

Στον ορίζοντα φαίνονταν στοιχισμένα εκατοντάδες κελιά και εγκαταστάσεις, και τους ρομά τους πήγαιναν αλλού, τους άνδρες Εβραίους αλλού, τις γυναίκες αλλού… Από τις εγκαταστάσεις βγάλανε μόνο τους γέρους και τα παιδιά. Τότε δεν ήξερα, μα ξέρω σήμερα, τι τους έκαναν… Πήραν και το νήπιο της γειτόνισσας, τη Μαρούλα. Η Μάνα της λιποθύμησε επί τόπου, και, όπως έφευγε το καραβάνι με εμένα, ένα στρατιώτης την πυροβόλησε στο κεφάλι. Το καραβάνι με τον Κώστα έφευγε από την άλλη, κι εκείνος μου έκανε με το χέρι αντίο. Όχι, Κώστα, όχι! Είπες δε θα με άφηνες ποτέ! ΟΧΙ! ΜΕΙΝΕ! ΜΕΙΝΕ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ!

– Schweigen! Drecksjüdin!

Μας ξεφόρτωσαν σε λίγο, και μας έδωσαν εντολή να αλλάξουμε ρούχα, και να βάλουμε τα κουρέλια που μας έδωσαν. Εννοείται πως κανένα από τα υπάρχοντά μας δε διασώθηκε, θα ήταν πολυτέλεια έστω να κρατήσουμε ένα εσώρουχο. Θα κοιμόμαστε σε κουκέτες, και σε κάθε κρεβάτι θα ήταν πέντε άτομα, τουλάχιστον, όλα μαζί. Τουαλέτες δεν είχαμε, και μας τάιζαν μόνο υποκατάστατο μαύρου καφέ, και μία πολύ λεπτή φέτα ψωμί. Οι πιο πολλοί πέθαιναν σε μερικές μέρες, οι πιο γεροί σε μερικές εβδομάδες, μα συνέχεια έφερναν καινούργιους.

Ήταν αργά το βράδυ, και μας έβαλαν για ύπνο. Δε μίλησε κανείς για το πώς και το γιατί ήμαστε εκεί, όλοι είχαμε μονάχα μια ιδέα για εκείνον τον δικτάτορα, τον Γερμαναρά. Κοιμηθήκαμε, τη νύχτα, στη μούχλα, τους εμετούς και τα κάτουρα. Στις πέντε το πρωί, όπως ήμαστε στοιβαγμένοι σα σαρδέλες, άνοιξαν ξάφνου οι πόρτες, και μπήκαν φωνάζοντας οι στρατιώτες, και άρχισαν να μας βαράνε με σωλήνες, και να μας φτύνουνε. Μερικά χέρια μάς αρπάζανε και μας ρίχνανε κάτω από τις κουκέτες. Δόθηκε εντολή, είπαν, να βγούμε όλοι έξω. Έπρεπε να καταλαβαίνουμε τις εντολές τους, και ας μιλούσαν Γερμανικά. Μια κοπέλα που κοιμήθηκε πλάι μου, λεχώνα, δεν άντεξε τη νύχτα, και πέθανε από τη στεναχώρια και το κρύο. Το σώμα της το βαρέσανε πολλές φορές, μέχρι να πάρουν πρέφα ότι είχε πεθάνει.

Μας βγάλανε όλες έξω, σε μία σειρά. Στον αέρα μύριζε μια μυρωδιά παράξενη, ένα καμένο κρέας, όμως δεν ήταν γνώριμο και οικείο, ούτε και νομίσαμε ότι θα μας δίνανε να φάμε κρέας. Ένας με πολλά γαλόνια άρχισε να φωνάζει στη σειρά, και να γαυγίζει ότι θα σκότωνε όποιον κουνιόταν. Όποιος νομίζει ότι επικρατούσε χάος, κάνει λάθος. Το Άουσβιτς ήταν η προσωποποίηση του οργανωμένου εγκλήματος: όλα ήτανε σε τάξη. Όλοι περπατούσαν με τη σειρά, όλοι πέθαιναν με τη σειρά. Η ατμόσφαιρα ήταν μαύρη. Μας έβαλαν όλες στη σειρά, και δεν τόλμησε καμία να βγάλει ήχο παραπόνου, διότι ήξερε τι θα την περίμενε. Ξάφνου, όπως μας είχαν στη σειρά, έσυραν από τα ατσάλινα κρεβάτια το πτώμα, και το έβαλαν δίπλα μου. “Έτσι, δε θα λείπει κανείς”! Φώναξε ένας Γερμανός.

Ορίστε, λοιπόν, η φρικαλεότητα του πολέμου και του ρατσισμού: καταλαβαίνεις τι σου λέω; Μας βάζανε μέχρι και νεκρές, για να μας βλέπουνε όλες στη σειρά! Και, όσες είχαν τη δύναμη να το υπομείνουν αυτό, ήταν επειδή κάποιον είχαν που τις περίμενε, ή που τον περίμεναν. Εγώ, πάλι, για τον Κώστα, θα έκανα ό,τι χρειαζόταν! Και ό,τι έκανα, το έκανα μόνο επειδή τον αγαπούσα! Καθόμαστε όρθιες γύρω στη μία ώρα, για να μας μετρήσουν όλες. Όταν είχαν τελειώσει, μας έδωσαν από μία πολύ λεπτή φέτα ψωμί: αυτό ήταν το φαγητό μας, μέχρι το βράδυ.

Μας έδωσαν εντολή να κουνηθούμε. Μας χώρισαν σε ομάδες, ανάλογα με τις δουλειές μας: οι πιο πολλές πήγαν για δουλειές στην κουζίνα (ήταν η πιο ανώδυνη δουλειά, αλλά κι εκεί πέθαιναν από την κούραση και την πείνα, κι ένα λάθος θα σε βασάνιζε, όχι θάνατος αμέσως), ενώ άλλες διαλογή αποσκευών. Εγώ ήμουνα στη δεύτερη ομάδα. Όσο περπατούσαμε, κοιτούσα γύρω μου όλο φρίκη. Τι είδους επίγεια κόλαση ήταν αυτή που είχα φτιάξει τούτος ο αλλόφρονας ναζιστής; Όλα ήτανε άσφαλτος, κατάμαυρα σύννεφα καπνός βγένανε από φουγάρα, μύριζε καμένο. Δίπλα μας πέρασε άλλη ομάδα συγκέντρωσης. Εκείνες οι γυναίκες είχαν σκελετωθεί, τα πόδια τους, που φαίνονταν λίγο, ήταν ταλαιπωρημένα, και κοκαλωμένα. Ερχόταν και η σειρά μας… Εκείνες δεν της ξαναείδα ποτέ.

Δεν μπορούσα να κλάψω. Δεν τολμούσα να κλάψω. Μας έμπασαν σε ένα κτίριο όλο βαλίτσες και παπούτσια. Έπρεπε να τα ξεχωρίσουμε. Μερικές βαλίτσες είχαν τις επιγραφές “είμαι Εβραίος”. Δεν είχαμε άλλη επιλογή, πέρα από το να το αγνοήσουμε. Στο κτίριο απέναντι, δεν υπήρχε ούτε ένα παράθυρο. Από εκεί μας έφερναν και ρούχα, να ξεδιαλέξουμε: έλεγαν μεταξύ τους οι άλλες γυναίκες πως, αν ήταν συνεργάσιμες, θα τους έβαζαν να πλυθούν, σε εκείνο το κτίριο. Καμιά δεν καταλάβαινε πως τα ρούχα τους θα έπρεπε να είναι έτοιμα για να ντυθούν πάλι. Εκεί, δεν ήταν λουτρά… Αυτό θα ήταν παραδεισένιο… Έβλεπα να βάζουν μέσα μόνο γέρους και σκελετωμένους νέους, όλοι τους αδύνατοι. Τους έβαζαν να γδυθούν (χωρίς βία, όλα οργανωμένα), και μετά τους έβαζαν μέσα. Έλεγα στον εαυτό μου να έχει πίστη: θα τους έπλεναν, τώρα.

Πέρασαν πολλές ώρες δουλειάς, και δε βγήκε κανένας τους. Ξάφνου, είδα να μπαίνουν στρατιώτες, και να τους τραβάνε συρτούς! Δεν καταλάβαινα τι γινόταν, και ένας Γερμανός που με είδε να κοιτάω που έδωσε με το όπλο μία στην πλάτη, και με ξάπλωσε. “Δουλειά”! Αν συνέχιζα έτσι, δε θα επιβίωνα ούτε τρεις μέρες. Όχι μόνο για την κούραση, αλλά ήταν και η θλίψη μου. Τι τους έκαναν εκεί μέσα; Γιατί τους έσερναν; Πού τους πήγαιναν;… Γιατί γίνονταν όλα αυτά; Έφτασε βράδυ, και τα είχαμε ξεδιαλέξει όλα. Πήραμε τον δρόμο τής επιστροφής. Η μυρωδιά καμένου ήταν πιο δυνατή από ποτέ, και τα φουγάρα έφτυναν φλόγες σαν κακόβουλους θανατοφέρτες, τώρα.

Φτάσαμε στις εγκαταστάσεις μας, και πάλι μας μέτρησαν, όπως το πρωί. Στον δρόμο δεν άντεξε μία, και πέθανε. Μας έδωσαν μια φέτα ψωμί, ένα υποκατάστατο καφέ, ίσως από φύκια, και μας έδωσαν εντολή να πέσουμε για ύπνο. Μας έκλεισαν μέσα. “Δεν μπορώ άλλο”! Φώναξε μία, και άρχισε να χτυπάει το κεφάλι της στην άκρη ενός ατσάλινου κρεβατιού. Οι άλλες δε σάλεψαν. Εγώ την έπιασα, να την τραβήξω πίσω, αλλά εκείνη πήρε φόρα, χτύπησε, και έπεσε κάτω, νεκρή. Φοβούνταν όλες για τη ζωή τους, και καμία δεν τόλμησε να μιλήσει. Απλά έπεσαν για ύπνο. Εγώ, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σηκώθηκα, και πήγα στην πόρτα. Προσευχήθηκα να είναι ανοιχτή, και ήταν! Τι τύχη, Θεέ μου! Βγήκα αργά, και ένας στρατιώτης που ήταν εκεί, φώναξε, και προέταξε το όπλο του.

Εγώ ήξερα τι έπρεπε να κάνω… Η ομορφιά μου ήταν αγαθό πολύτιμο και εύθραυστο, μα και το μόνο μου όπλο, αν ήθελα να δω τον Κώστα ξανά… Άρχισα να λυκνίζω το σώμα μου, και να κατεβάζω αργά το ρούχο μου. Ο Γερμαναράς δεν είχε δει γυναίκα για καιρό, και -αν και ήμουν βεβαία πως οι βιασμοί δε θα αργούσαν να έρθουν στο Άουσβιτς- ήξερα τι ήθελε. Τη νύχτα την πέρασα σε έναν στρατιωτικό κοιτώνα. Το πρωί μού έδωσε ένα λίγο πιο πλουσιοπάροχο πρωινό, και πάλι, ωστόσο, καθόλου ικανοποιητικό. Μου είπε να μείνω εκεί, και να μην πάω με τις άλλες: θα με ανακοίνωνε νεκρή, γιατί με ήθελε για εκείνον. Αυτά κατάλαβα, τουλάχιστον… Ένιωθε πολύ καλά από την περασμένη νύχτα. Όταν με άφησε μόνη μου, εγώ ήξερα πως μπορούσα να το σκάσω, μα πως δε θα ωφελούσε πουθενά: θα με έπιαναν, και θα με σκότωναν, αν όχι χειρότερα…

Πέρασα τρεις ώρες, χαρτογραφώντας την περιοχή, βλέποντας χάρτες, και συνδέοντάς τους με τις εικόνες μου από το παράθυρο. Αυτός ο στρατιώτης δεν ήταν υψηλά ιστάμενος, οπότε και στον κοιτώνα του δεν είχε κάτι χρήσιμο. Ένα πράγμα, όμως έμαθα: πως το γραφείο τού στρατηγού ήταν κοντά. Δεν μπορούσα να βγω, οι Γερμαναράδες δε θα έπαιρναν από λόγια. Το βράδυ, που γύρισε πίσω, έκανα αυτό που έπρεπε, άλλη μία φορά… Αν νομίζεις πως το έκανα με χαρά, και πως δεν ήταν ψυχοφθόρο για εμένα, κάνεις οικτρό λάθος.

Ύστερα, όλα συνεχίστηκαν με τον διοικητή. Για δώδεκα μήνες βεβηλωνόταν έτσι το σώμα μου, και η ψυχή μου το ίδιο. Ναι, κέρδιζα προνόμια: είχα φαγητό να φάω, και τις λιγοστές φορές που πήγαινα να δουλέψω, έκανα μόνο τη λάντζα. Όμως οι άλλοι έξω πέθαιναν, κι εγώ ήμουν μέσα, ασφαλής! Τι έκανα, Θεέ μου! Αχ, τι κάθαρμα που ήμουν! Τι θα έλεγε ο Κώστας, όταν το μάθαινε; Για αυτόν το έκανα! Ήθελα να τον ξαναδώ! Όχι να τον απατήσω>>!…

<<Δε χρειάζεται να συνεχίσετε να διηγείστε, αν σας είναι βαρύ, σας καταλαβαίνω>>…

<<Δεν έχεις ακούσει τίποτε ακόμη… Γύρω στον δέκατο τρίτο μήνα, ήρθαν οι Σοβιετικοί, και είδανε τι γινόταν στο Άουσβιτς. Είχα ακούσει μισο-γερμανικές λέξεις στο γραφείο τού διοικητή, ότι, λέει, ο μεγάλος αρχηγός, είχε μπει στη Σοβιετική Ένωση τον χειμώνα, και οι Ρώσοι τον πατήσανε. Τώρα κρυβόταν σε κάποιο οχηρό ο ίδιος, και ο στρατός του είχε καταστραφεί. Κοιμήθηκα τη νύχτα, στο γραφείο τού διοικητή, μα εκείνος δε φάνηκε.

Πρώτη φορά, δε γύρισε, και σκέφτηκα πως, ίσως, να είχαν τελειώσει όλα! Το πρωί, πολύ νωρίς, αχάραγο, ακούστηκαν φωνές, τανκ. Και όμως, έως και ο ήχος των τανκ, φαινόταν πιο αργός, σαν, όποιος το οδηγούσε, να μη βιαζόταν, αλλά να έβλεπε με τρόμο τι συνέβαινε. Έτρεξα έξω, και είδα τις σοβιετικές σημαίες επάνω στα πολεμικά οχήματα, και τους Ρώσους στρατιώτες να περπατάνε έντρομοι. Όταν με είδαν, δεν πρότασσαν το όπλο τους. «Come with us! You are free!», είπανε, σπαστά. Ήμουν ελεύθερη; Γύρισα την πλάτη μου, και αγνόησα τις φωνές τους, μόνο άρχισα να τρέχω, και να τρέχω, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, μην ξέροντας προς πού, ήθελα να τον βρω, τον Κώστα μου!

Έφτασα στο μεγάλο κτίριο που τους έβαζαν γυμνούς, λένε για να κάνουν μπάνιο. Κοίταξα πίσω από τη σπασμένη πόρτα. Μια τεράστια αίθουσα, με κιτρινισμένους τοίχους, και κάτω σωριασμένοι ο ένας πάνω στον άλλον σκελετωμένοι άνθρωποι, αποπνιγμένοι, λες και ήταν ψαροκόκαλα! Έβγαλα μια κραυγή τρόμου, μα δεν έμεινα εκεί, και συνέχισα, βουρκωμένη, το ταξίδι μου. Ερημιά παντού, ώσπου πέρασα από το μαύρο κτίριο με τους μαύρους καπνούς, και είδα πόσο παραπάνω διεστραμμένος ήταν ο σχεδιασμός τού Άουσβιτς: ήταν ένα κρεματόριο! Έκαιγαν τους Εβραίους, το καταλαβαίνεις; Τους έκαναν στάχτη! Και ύστερα, εμείς, ξεχωρίζαμε τα υπάρχοντά τους!

Των παιδιών, των γέρων, των σκελετωμένων! Δεν μπορείς να φανταστείς, μύριζε ανθρώπινο κρέας, καμένο, ήτανε αυτή η μυρωδιά που μας στοίχειωνε όλες μας τις μέρες εκεί. Τους έβαζαν να δουλεύουν μέχρι να μην μπορούν να κουνηθούν, τους εξαπατούσαν και τους δηλητηρίαζαν, και ύστερα τους έκαιγαν… Και μιλάμε για ανθρώπους. Λίγο παρακάτω, είδα έναν λάκκο, σκαμμένο. Έκανα το λάθος να κοιτάξω μέσα. Μπουλντόζες είχαν ξεφορτώσει τα πτώματα πολλών που δεν άντεξαν, οι περισσότεροι γυμνοί, αλλά δεν το καταλάβαινες, τόσο αδύνατοι που ήταν. Οι περισσότεροι ακρωτηριασμένοι! Και ένα φορτηγό τούς έριξε εκεί, σα χωματερή για σκουπίδια! Και πάνω-πάνω, άλλη μια σκελετωμένη σκιά, ήταν αυτός… Ο Κώστας μου! Ακρωτηριασμένος… Σκελετωμένος>>…

<<Λυπάμαι πολύ, πάρα πολύ>>… Σάστισα. <<Δεν ήξερα, αλήθεια… Έχουν περάσει τόσα χρόνια, μας δεν ξεχνιέται, κάτι τέτοιο… Τουλάχιστον, ας χαρούμε που όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν>>.

Η κυρά-Δεσποινιώ έπαψε να μιλάει, και με κοίταξε στα μάτια με ένα αυστηρό, αχανές βλέμμα. Ένιωσα πως είχα μόλις πει κάτι πολύ λάθος. Εκείνη άπλωσε το γερασμένο, ροζιασμένο της χέρι, και πάτησε στο τηλεκοντρόλ, να ανοίξει την τηλεόραση. Η οθόνη άναψε, και είδα ένα δελτίο ειδήσεων.

Ο πόλεμος στη Γάζα συνεχίζεται. Ο απεσταλμένος μας δείχνει εικόνες από παιδιά που δεν έχουν να φάνε, και που στέκονται μπροστά από τα ερείπια των σπιτιών τους.

Πάγωσα. Η κυρά-Δεσποινιώ άλλαξε κανάλι.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν έχει πάψει ακόμη. Τα ρωσικά στρατεύματα συνεχίζουν τους βομβαρδισμούς σε άμαχο πληθυσμό.

Ήθελα να τη σταματήσω, την έβλεπα που έτρεμε από τον θυμό της για την αδιαφορία, την ίδια αδιαφορία που κάποτε σκότωσε τον Κώστα. Άλλαξε κανάλι.

Οι ΗΠΑ βομβάρδισαν σχολείο στο Ιράν. Πόλεμος στο Αφγανιστάν…

Με κοίταξε στα μάτια.

<<Και τότε, υπήρχαν άνθρωποι που υποστήριζαν τη Χιτλερία, άνθρωποι που νόμιζαν πως όλα γίνονται για το καλό, άνθρωποι που έλεγαν πως οι Εβραίοι δεν είμαστε άνθρωποι. Δε με νοιάζει αν το έλεγαν επειδή ήταν Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Φασίστες. Με νοιάζει ότι το έλεγαν, και αδιαφορούσαν. Και αυτή τους η αδιαφορία, ήταν που βασάνισε εκατομμύρια Εβραίους και σκότωσε άλλους τόσους, και αυτή η αδιαφορία είναι που τώρα εσύ αναπαράγεις.

Είναι κάτω από τη μύτη σου ο αλληλοσπαραγμός, η μεταμορφωμένη έκδοση της διεστραμμένης σκέψης και ιμπεριαλιστικής μεθόδου, είναι κάτω από τη μύτη σου ο ρατσισμός απέναντι στους Παλαιστινίους, που είναι Μουσουλμάνοι, και γι’ αυτό κανείς δε νοιάζεται αν ζουν ή αν πεθαίνουν. Είναι κάτω από τη μύτη σου το παιδί που δε γύρισε ποτέ σπίτι του, επειδή η ανώτερη φυλή το βομβάρδισε, και κάτω από τη μύτη σου είναι, επίσης, ο ακρωτηριασμένος στρατιώτης και η κατεστραμμένη αγαπητικιά στην Ουκρανία. Εσύ, ωστόσο, λες πως όλα ανήκουν στο παρελθόν. Μια μεταμόρφωση είναι. Αυτό είναι>>.


Τα μάτια μου βούρκωσαν. Η κυρά-Δεσποινιώ κούνησε το κεφάλι της συγκαταβατικά, και με αποχαιρέτησε, καθώς έπεσε για ύπνο. Και από αυτόν τον ύπνο, δεν ξύπνησε ποτέ: κοιμήσου βαθιά, κυρά-Δεσποινιώ… Άσε πίσω αυτόν τον άθλιο κόσμο!…

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *