Το όνομά μου είναι Λώλας Θεοφάνης, και είμαι ένας έφηβος συγγραφέας, σεναριογράφος και σηνοθέτης. Το ακόλουθο σενάριο, πρόκειται να γίνει μια κωμική θεατρική παράσταση ονόματι Ο Κοστουμάτος… Καράβλαχος και ενσαρκωμένη από τον θίασο “Οι Απροσάρμοστοι”. 🎭
Μέρος πρώτο “Ο Κοστουμάτος… Καράβλαχος!”: Ο πρέσβης
(Η Ωραιοζήλη περπατάει, ενώ φτιάχνει τα σκουλαρίκια της, βάζει κραγιόν κτλ.)
Ωραιοζήλη: Ευστράτιε; Τί κάνεις, επιτέλους; Θα αργήσουμε!
(Συνεχίζει να φτιάχνεται)
Ωραιοζήλη: Αγγελικούλα; Έλα, σε παρακαλώ!
Αγγέλω: Δεν είμαι τρελοκοτσιδού, να με λένε Αγγελικούλα, κυρά, Αγγέλω, λέμε!
Ωραιοζήλη: Αυτά τα του στάβλου, να τα κάνεις στο χωριό σου, άκουσες; Εδώ θα γίνεις κυρία, με “κ” κεφαλαίο!
Αγγέλω: Είμαι ήδη κυρία, έχω μυαλό ξουράφι, με κ κεφαλαίο!
Ωραιοζήλη: Αχ, Παναγιά μου! Ο αλφαβητισμός είναι ανυπόφορος! Πήγαινε, σε παρακαλώ, να δεις τί κάνει ο κύριός σου!
Αγγέλω: Μάστα. ΚΥΡΙΕ ΣΤΡΑΤΟΟΟΟ!
(Φεύγει)
Ωραιοζήλη: Θα την απολύσω αυτή καμία μέρα…
Στράτος: (Παρασκήνια) ΕΛΑ!
Αγγέλω: (Παρασκήνια) ΣΑΣ ΘΕΛΕΙ Η ΚΥΡΙΑ!
Ωραιοζήλη: Έλα Στράτο, αγάπη μου, ελπίζω να είσαι έτοιμος! Μη σε δω αχτένιστο, θα γίνει το έλα να δεις! Θα αργήσουμε!
(Ο Στράτος βγαίνει από τα παρασκήνια με το νυχτικό του, ξεμαλλιασμένος, μόλις είχε ξυπνήσει)
Στράτος: Για πού θα αργήσουμε;
(Η Ωραιοζήλη παθαίνει σοκ)
Ωραιοζήλη: Ευστράτιε; Πώς είσαι έτσι;
(Ο Στράτος κοιτάζεται)
Στράτος: Πώς είμαι;
Ωραιοζήλη: Σίγουρα όχι έτοιμος να φύγεις! Ξεχνάς ότι σήμερα θα πάμε να παραλάβουμε τον πρέσβη από το αεροδρόμιο;
Στράτος: Μα ο πρέσβης θα είναι εδώ στις πέντε το απόγευμα!
Ωραιοζήλη: Πώς το λες με τόση άνεση; Δε βλέπεις ότι έπρεπε να είμαστε ήδη εκεί;
Στράτος: Αγάπη μου, αγαπούλα μου, πίνεις τίποτα; Η ώρα είναι οκτώ!
Ωραιοζήλη: Πίνω, Ευστράτιε. Πίνω ηρεμηστικά, για να ανεχτώ αυτά που λες! Πρέπει στο αεροδρόμιο να είμαστε δύο ώρες νωρίτερα! Μία ώρα να πάμε, μία να γυρίσουμε, άλλες δύο. Δύο και δύο τέσσερις.
Στράτος: Μπορούμε να πάμε δέκα λεπτά νωρίτερα.
(Η Ωραιοζήλη παραπατάει)
Ωραιοζήλη: Νερό!
(Η Αγγέλω τρέχει με ένα νερό στο χέρι, και ένα ντεπόν)
Ωραιοζήλη: Αχ, να ‘σαι καλά, Αγγελικούλα! Θα με ξεκάνει ο κύριος!
Στράτος: Έστω, πες ότι πάμε τέσσερις ώρες πριν, πρέπει να είμαστε εκεί στις μία, όχι από τώρα!
Ωραιοζήλη: Η Αγγλία είναι δύο ώρες πίσω, Ευστράτιε. Πέντε μείον έξι, έντεκα! Έχουμε αργήσει!
Στράτος: Μα είναι οκτώ!
Ωραιοζήλη: Και είσαι ακόμη έτσι! Προχώρα!
(Ο Στράτος φεύγει)
Ωραιοζήλη: Αγγελικούλα, πήγες για ψώνια; Πρέπει σήμερα να μαγειρέψεις της Παναγιάς τα μάτια, για τον Πρέσβη!
Αγγέλω: Δεν έχω ξεκινήσει ακόμη, θα πάω μετά.
Ωραιοζήλη: Τώρα να πας! Άκου εκεί, ανυπακοή! Εμπρός!
(Η Αγγέλω φεύγει, και ύστερα και η Ωραιοζήλη)
Σόφι: Πάει, τις έστριψεν η μπίντα! Ιγού όλες τις δουλειές: η Σόφι του νερού, η Σόφι του φαγί!
(Η Σόφι ξεσκονίζει. Χτυπάει το τηλέφωνο.)
Σόφι: Περικαλώ; Ο κυρ ποιος; Ο κυρ Μπάμπες; Ω, γεια σας, κυρ Μπάμπες! Ναι, ιγκού ίμι. Τον κύρ Στράτου; Ναι, μισό. ΚΥΡ ΣΤΡΑΤΟΥΥΥΥΥ!
Στράτος: (Παρασκήνια) Έλα!
Σόφι: Σας ζητά ο κυρ Μπάμπες!
Στράτος: Ποιος με ζητά;
Σόφι: Ο κυρ Μπάμπες!
Στράτος: Φέρε εδώ! Περικαλού, λέγιτε! Ε, εννοώ, παρακαλώ! Α, εσύ είσαι, θείε Μπάμπη; Πάει καιρός! Έρχεσαι Αθήνα; Πότε; Έλα με το καλό. Θες να μείνεις εδώ; Δύσκολο… Ναι, η καμήλα. Η Ωραιοζήλη, δηλαδή. Ναι, θυμάμαι τις λιαστές τις τομάτες που μου έδινες. Και τα παστέλια τα θυμάμαι. Και τα ξερολούκουμα. Καλά, καλά! Έλα, και θα τις το φέρω μαλακά.
(Κλείνει το τηλέφωνο)
Στράτος: Ωραιοζήλη; Πού είσαι, αγάπη μου; Αγγέλω!
Σόφι: Ντεν ίνι ιδού, έφυγκε.
Στράτος: Πού είναι η κυρία σου;
Σόφι: Ιδού, ξέρω ‘γκω; Πού να ξέρω; Ούλα τα ξέρει το Σόφι; Αμάν πια!
Στράτος: Φύγε από ‘δω! Ξουτ! Να μιλάς με σεβασμό!
(Η Σόφι φεύγει)
Ωραιοζήλη: Α, έτοιμος, Ευστράτιε;
Στράτος: Να σου πω λίγο, αγάπη μου;
Ωραιοζήλη: Μου λες στον δρόμο.
Στράτος: Ε, είναι λίγο επείγον.
Ωραιοζήλη: Ε, πες!
Στράτος: Θυμάσαι τον θείο μου τον Μπάμπη;
Ωραιοζήλη: Ο ανίδεος ηλικιωμένος που ζει μες στα καλύβια πλάι στα ζα του, και που όλη μέρα πίνει και χορεύει ζεϊμπέκικο; Όχι, δεν τον θυμάμαι.
Στράτος: Έλα, βρε αγάπη μου, δεν είναι τόσο κακός… Κατά βάθος, είναι καλός…
Ωραιοζήλη: Πιο βάθος από την τάφρο των Μαριανών! Λοιπόν; Τί έγινε με τον θείο; Πέθανε; Άφησε περιουσία; Αν άφησε, αχ, μέσα στην καρδιά μου τον έχω!
Στράτος: Όχι, βρε, χτύπα ξύλο! Θέλει να (μιλάει ακαταλαβίστικα)…
Ωραιοζήλη: Θέλει να… τί;
Στράτος: Σου αρέσουν οι λιαστές οι τομάτες;
Ωραιοζήλη: Όχι.
Στράτος: Τα παστέλια;
Ωραιοζήλη: Όχι.
Στράτος: Τα ξερολούκουμα;
Ωραιοζήλη: Όχι! Εγώ μικρή έτρωγα μόνο χαβιάρι!
Στράτος: Ο θείος ο Μπάμπης, δε μου έδωσε χαβιάρι…
Ωραιοζήλη: Πες επιτέλους!
Στράτος: Πώς θα σου φαινόταν η ιδέα… Ο θείος ο Μπάμπης… Να ερχόταν επίσκεψη;
Ωραιοζήλη: Βέβαια να έρθει, απλά να μην μπει στο σπίτι, να μη βγούμε μαζί του, ξέρεις τη λίστα.
Στράτος: Όχι, εννοώ να τον φιλοξενήσουμε…
Ωραιοζήλη: Πώς;! Νερό!
(Η Σόφι τρέχει με νερό, με χάπι και βεντάλια. Η Ωραιοζήλη κάθεται.)
Ωραιοζήλη: Αχ! Παναγιά μου! Τί έκανα;
Στράτος: Λοιπόν; Αυτό είναι ναι;
(Η Ωραιοζήλη πετάγεται)
Ωραιοζήλη: Αν είναι δυνατόν! Όχι, βέβαια! Θα φιλοξενώ εγώ έναν βλάχο μέσα στο σπίτι μου, και μάλιστα ενώ φιλοξενώ και τον καλό Άγγλο πρέσβη Τζορτζ Τζοουρτζβατζενέγκερβιτς;
Στράτος: Μα του χρωστάω…
Ωραιοζήλη: Σιωπή! Που του χρωστάς! Εμένα μου χρωστάς, που σε ξεβλάχεψα! Να το ακυρώσεις αμέσως!
Στράτος: Μα…
Ωραιοζήλη: Αμέσως!
(Ο Στράτος παίρνει τηλέφωνο)
Στράτος: Έλα, θείε… Μην έρθεις… Έχουμε κάποιες… Διαταραχές! (Μουρμουρίζει) Όχι, δε με κάνει ό,τι θέλει η καμήλα! (Μιλάει κανονικά) Δυστυχώς, δεν μπορούμε να σας φιλοξενήσουμε… Μας συγχωρείτε… Ναι, τις θυμάμαι τις λιαστές τομάτες… Και τα παστέλια… Και τα ξερολούκουμα… Γεια σας, θείε!
(Κλείνει το τηλέφωνο, και φεύγει)
Ωραιοζήλη: Αχ! Πάλι καλά που είμαι ευγενική και έχω τρόπο!
Σόφι: Πάντους, άμα με αφήμετε να μιλήσω δηλαδής, νομίζου ότι είκε το δίκιο ο κυρ Στράτους…
Ωραιοζήλη: Τι πράγμα;
Σόφι: Να, γιάντα δεν τους πληρώνατε το ξενοδοχείου δηλαδής;
Ωραιοζήλη: Ξουτ! Χάσου! Αυθάδη!
(Η Σόφι φεύγει, και η Ωραιοζήλη μένει να ηρεμήσει. Βγάζει ένα περιοδικό)
Ωραιοζήλη: Πρέπει να ηρεμήσω… Να δω εδώ… “Νέα έκδοση του ‘κούκλες σε όλα’”
(Ξεκινάει να διαβάζει, μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο. Περπατάει σαν σε πασαρέλα, και το σηκώνει)
Ωραιοζήλη: Παρακαλώ; Ah, hello, darling! Is it you, Goerge? Oh! Oh, no! No! No! Don’t tell me that! Oh, my God! I know, but… Oh, then, I will find a solution…
(Κλείνει τηλέφωνο)
Ωραιοζήλη: Ωχ, Παναγιά μου, Θεούλη μου, άγιε Γεώργιε! Τί θα κάνω τώρα;
(Κάθεται απελπισμένη στον καναπέ)
Αγγέλω: Σήμερα θέλετε να φτιάξω παραδοσιακό, Ελληνικό παστίτσιο, ή μακαρόνια με κιμά;
Ωραιοζήλη: Να φτιάξεις σπερνά!
Αγγέλω: Γιατί, καλέ; Έχετε σκοπό να αφήσετε τον μάταιο, τούτο κόσμο;
Ωραιοζήλη: Ο πρέσβης!
Αγγέλω: Ο πρέσβης τί;
Ωραιοζήλη: Πέθανε!
(Κλείνουν τα φώτα, παίζει έντονη μουσική. Ύστερα, ανοίγουν.)
Αγγέλω: Μα, καλά, πώς έγινε αυτό;
Ωραιοζήλη: Αυτοκινητιστικό δυστύχημα! Επάνω στο άνθος τής ηλικίας του…
Αγγέλω: Κρίμα, το παλικάρι… Πόσο ήταν;
Ωραιοζήλη: Εβδομήντα τρία! (Κλαίει)
Αγγέλω: (Αφού πνίγεται λίγο) Και τί θα κάνουμε, τώρα;
Ωραιοζήλη: Θα πρέπει να ακυρώσω τη δεξίωση, και η κοινωνική μου εικόνα να καταστραφεί! (Κλαίει)
Αγγέλω: Καλά, δεν μπορεί ο κύριος Στράτος να κάνει τον πρέσβη;
Ωραιοζήλη: Πρώτα απ’ όλα, θα τον λες Ευστράτιο! Δεύτερον, δε γίνεται. Τόσο εγώ όσο και ο Ευστράτιος, είμαστε μεγάλα ονόματα στην κοινωνία των αφάν γκατέ, και μας γνωρίζουν όλοι. Θα τον καταλάβουν αμέσως. Να μη σχολιάσω πως ο πρέσβης ήταν ηλικιωμένος…
Αγγέλω: Ξέρετε κανέναν ηλικιωμένο που θα ήθελε να το κάνει; Μήπως επειδή θα του δώσετε κάτι σε αντάλλαγμα;
Ωραιοζήλη: Δεν ξέρω κανέναν…
Σόφι: Ίστι σίγουρη, κυρά Ωραιοζήλη;
(Η Ωραιοζήλη πετάγεται)
Ωραιοζήλη: Πήγαινε μέσα! Γρήγορα!
Αγγέλω: Τί έλεγε η Φιλιππινέζα;
Ωραιοζήλη: Παρακαλώ, μην κάνεις διακρίσεις, δεν είμαστε ρατσιστές. Μπορείς να τη λες αλλοδαπή.
Σόφι: Ίμι απού του Μπαρμπάντους, άμα θες να ξες!
Αγγέλω: Κι εγώ είμαι από τα Αγράμπελα! Ξέρεις τί λέμε στα αγράμπελα; Άι στον δια…
Ωραιοζήλη: Σιωπή! Σα δεν ντρέπεστε!
(Η Σόφι φεύγει)
Ωραιοζήλη: Ξέρω τι πρέπει να κάνω… Εσύ πήγαινε να φτιάξεις… Γουρου… Γουρ…
Αγγέλω: Είστε καλά κυρία;
Ωραιοζήλη: Δε μου το επιτρέπει η καταγωγή μου…
Αγγέλω: Γουρουνοπούλα θέλετε;
Ωραιοζήλη: Ναι… (Αηδιασμένη) Έχω κάποιον από μηχανής θεό, που παίρνει λίπη αντί για αμβροσία…
(Η Αγγέλω φεύγει)
Ωραιοζήλη: Ευστράτιεεεε…. Αγαπούλα μου;….
Στράτος: (Νευριασμένος) ΝΑΙ;
Ωραιοζήλη: Ξανασκέφτηκα για τον θείο σου, και λέω, τελικά, να του πούμε να έρθει…
Στράτος: Αγάπη μου, τι λες; Ο άνθρωπος έχει και την καρδιά του…
Ωραιοζήλη: Εγώ τα έλεγα για τα λίπη, έχουν βουλώσει όλες οι αρτηρίες!
Στράτος: Βρε αγάπη μου, θα μας μείνει στον τόπο! Και δεν τη σκέφτεσαι τη θειά μου τη Γωγούλα, που θα κλάψει τον άνδρα της;
Ωραιοζήλη: Βρε, ανιψιός είσαι εσύ; Έτσι συμπεριφέρεσαι στον θείο σου, που σου έφερνε, και να τις λιαστές τομάτες, και να τα παστέλια, και να τα ξερολούκουμα;
Στράτος: Δίκιο έχεις, θα τον πάρω να έρθει. Αλλά, αλήθεια, πώς και άλλαξες γνώμη;
Ωραιοζήλη: Ε, αλλάζουν οι άνθρωποι…
(Παίρνει ο Στράτος τηλέφωνο)
Στράτος: Έλα, θείε, εσύ; Α, εσύ είσαι θεία; Τί κάνεις; Ναι, θα είναι η παναγιά μαζί μου. Και ο άγιος Στέφανος. Ναι, μου την έχεις δώσει τη βιογραφία τού Άη Στράτη. Να σου πω, είναι εκεί ο θείος ο Μπάμπης; Μπορείς να μου τον δώσεις; Ναι, ναι, και με εσένα ο θεός. Και ο άγιος Γιώργης, ναι…
Ωραιοζήλη: Βοήθειά μας…
Στράτος: Έλα, θείε… (Ξαφνικά, απομακρύνει το ακουστικό από το αυτί του, σαν να του φωνάζει) Ηρέμησε θείε, ηρέμησε. Όχι, δε με έβαλε η καμήλα…
Ωραιοζήλη: Καμήλα;
Στράτος: Θα σου πω μετά. Λοιπόν, ναι, μπορείς να έρθεις. Ναι, φέρε και λιαστές τομάτες. Φέρε και παστέλια, φέρε και ξερολούκουμα. (Ο Στράτος αρχίζει να γελάει)
Ωραιοζήλη: Γιατί γελάς, Ευστράτιε;
Στράτος: Λέει δε θα σου αρέσουν οι λιαστές τομάτες, τα παστέλια και τα ξερολούκουμα.
Ωραιοζήλη: Καλά λέει.
Στράτος: Λέει να σου φέρει έναν κάκτο! (Γελάει)
Ωραιοζήλη: Έλα, αηδίες, ο κάκτος δεν ταιριάζει με το Φενγκ Σούι!
Στράτος: Άντε, θείε, σε κλείνω. Θα τα πούμε αύριο, έλα, γεια.
Ωραιοζήλη: Πώς θα έρθει;
Στράτος: Με το αμάξι του, αύριο στις οκτώ το βράδυ.
Ωραιοζήλη: Αύριο; Και τη γουρουνοπούλα τί θα την κάνουμε;
Στράτος: Να φάμε εμείς λίγη; Έχεις να με ταΐσεις κανονικό φαγητό δέκα χρόνια, όλο ξηροκάρπια με ταΐζεις!
Ωραιοζήλη: Βλακείες! Φάε πέντε κάσιους, και είσαι εντάξει για σήμερα!
(Φεύγουν)
Σόφι: Τα γίνει μεγάλου γκλέντι!
(Κλείνουν τα φώτα, παίζει εύθυμη μουσική. Όταν ξανανοίγουν, καθαρίζει η Σόφι)
Σόφι: 🎵Η Μαργκαρίτα η Μαργκαρώωω, περιστεράγκι στουν ουρανούυυυυ! Λαλαλαλαλαλαλα, λαα, λολιλολιλοοοοο!🎵
Ωραιοζήλη: Προς τί το λαϊκό ρεπερτόριο; Πού άκουσες εσύ τέτοια τραγούδια; Εγώ αυτά τα έχω απαγορεύσει στο σπίτι μου! Ακόμη δεν ήρθε ο βλάχος και μας κάνει τέτοια; Φύγε από ‘δω, και μη σε ξανακούσω!
Σόφι: Κι πού να ιπάου;
Ωραιοζήλη: Ξέρω ‘γω; Πήγαινε να καθαρίσεις το μέρος!
Σόφι: Πάλι στη χε…
Ωραιοζήλη: Μην τολμήσεις και το πεις! Σε αυτό το αριστοκρατικό σπίτι, το μπάνιο το αποκαλούμε “μέρος”! Κατάλαβες;
Σόφι: Ιγκού κατάλαβα, μα το κω γκαθαρίσει!
Ωραιοζήλη: Να το ξανακαθαρίσεις! Θα το χρειαστούμε με τις λιαστές τομάτες…
(Η Σόφι αρχίζει να γελάει)
Σόφι: Α, επειδή θα σας πάει… (Κάνει την κίνηση της αφόδευσης με το χέρι της)
Ωραιοζήλη: Σιωπή! Πήγαινε μέσα! (Μετά από λίγη ησυχία, αρχίζει να γελάει και αυτή, αλλά σταματάει)
Ωραιοζήλη: Ευστράτιε, πάμε!
Στράτος: (Παρασκήνια) ΕΛΕΟΣ! ΠΟΥ ΘΑ ΜΕ ΠΑΣ ΠΑΛΙ;
Ωραιοζήλη: Να πάρουμε λουλούδια, για τον θείο!
Στράτος: (Παρασκήνια) ΓΙΑΤΙ; ΝΑ ΤΑ ΤΑΪΣΕΙ ΣΤΑ ΓΙΔΙΑ;
Ωραιοζήλη: (Ξεροβήχει) Ένα… Δύο…
Στράτος: (Τρέχοντας) Συγγνώμη, αγάπη μου, παραφέρθηκα, πάμε.
(Φεύγουν)
Αγγέλω: (Ξεσκονίζοντας) Ό,τι θέλει τον κάμει! Τον σέρνει απ’ τη μυτόγκα γύρω-γύρω! Αχ, πόσο το θέλει η ψυχούλα μου να της τη φέρει ο βλάχος!
(Μετά από λίγο, χτυπάει το κουδούνι)
Αγγέλω: Τί ξεχάσανε πάλι; ΕΦΤΑΣΑ!
Αγγέλω: (Παρασκήνια) Α, θείε Μπάμπη; Καλωσήρθατε!
Μέρος δεύτερο “Ο Κοστουμάτος… Καράβλαχος!”: Ο από μηχανής θεός
(Κλείνουν τα φώτα. Όταν ξανανοίγουν, ο Μπάμπης κάθεται στον καναπέ, μαζί με την Αγγέλω και τη Σόφι.)
Μπάμπης: Και που λες, με έστειλε εμένα η Γωγώ να συναντήσω τον Γιώργη, έναν φίλο μου, τέλος πάντων, και θα έρθει εδώ στην Αθήνα.
Αγγέλω: Από πού, με το καλό;
Μπάμπης: Αρμενία. Είναι εκεί πολλά χρόνια, και θα έρθει στην Ελλάδα, που την αγαπάει πολύ… Τώρα που είπα Αρμενία, εσένα δε σε έχω ξαναδεί!
Σόφι: Ιγκού ίμι από του Μπαρμπέιντους!
Μπάμπης: Α, κατάλαβα, Κύπρια είσαι, ε; Τί έχετε περάσει και εσείς οι δόλιοι…
Αγγέλω: Και πώς ήρθατε από τόσο νωρίς; Σας περιμέναμε σε μία ώρα!
Μπάμπης: Ε, ήρθα να κάνω έκπληξη στο χαϊβάνι τον ανηψιό μου, κι εκείνη την καμήλα.
Σόφι: Έχουμι καμήλα;
Αγγέλω: Ναι, στην πίσω αυλή.
Σόφι: Από πότε και δεν την έκου δει;
Μπάμπης: Ε, λοιπόν, έχεις πλάκα για Κύπρια!
Αγγέλω: Πότε θα τον συναντήσετε τον φίλο σας;
Μπάμπης: Σε τρεις μέρες.
Σόφι: Α, ντύσκουλο! Σε τρεις μέρες έκουμε τη δεξίουση!
Μπάμπης: Δεν πάτε να την έχετε; Εγώ θα πάω στον Γιωργάρα! Τι με νοιάζει;
Σόφι: Αυτού να μι πεις…
Μπάμπης: Καλά, εγώ δε θα σταματήσω σε αυτό, εγώ έχω παλέψει με ντόμπερμαν!
Σόφι: Αχ, αλήθεια; Τα λατρεύω τα αλογάκια!
Αγγέλω: Τί λες, μαρή; Τα ντόμπερμαν είναι σκυλιά!
Μπάμπης: Ή μπορώ να σας πω και για τότε στο πολυτεχνείο, που πήγε να πατήσει τον αδερφό μου τανκ!
Σόφι: Α, όχι, πείτε μας για τα σγκυλάκια, είμι πουλύ ζωόφιλη!
Αγγέλω: Τι ζωόφιλη, μαρή; Φιλόζωη είσαι!
Σόφι: Τί Μπάμπης τί Μπαμπάκας!
Αγγέλω: Όχι, θείε, πείτε μας καλύτερα για το τανκ!
Σόφι: Γιατί να κάνουμε ό,τι θες; Να ρωτήσουμε του κοινό;
Αγγέλω: Και δεν το ρωτάμε; Όποιος θέλει την ιστορία για το Ντόμπερμαν, να σηκώσει το χέρι.
[Ό,τι και να πουν, ο Μπάμπης θα πει:]
Μπάμπης: Μωρ’ δε βαριέστε; Θα τα πω και τα δύο! Λοιπόν, ήτανε ένα σκυλί μια μέρα, λυσσασμένο!
(Στο ρολόι τοίχου με τους δείκτες, η Σόφι πάει και προχωράει το ρολόι μία ώρα. Όταν ξανακάθεται στον καναπέ, η Αγγέλω έχει αποκοιμηθεί, κι εκείνη φαίνεται να βαριέται)
Μπάμπης: Και μου αρπάζει, παιδιά, την ποδάρα με τις δοντάρες του, ένιωσα μια σουβλιά, ΝΤΑΝ!
(Η Αγγέλω και η Σόφι τρομάζουν)
Μπάμπης: Χα, είδατε που σας πάει να; Εγώ δε φοβήθηκα όμως! Και τότε, μου αρπάζει το πόδι με τις δοντάρες… Το μυρίζετε τούτο;
Σόφι: Ουχ, αμάν! Ξέγασα τη σούπα μι στου μάτ’!
(Η Σόφι τρέχει)
Μπάμπης: Ε, ρε η νέα γενιά… Το μυαλό στα κάγκελα, καλά δε λέω;
Αγγέλω: Ναι, ναι… Μιλάνε, μιλάνε, δε βάζουν γλώσσα μέσα τους, και κάνουν ό,τι να ‘ναι!
Στράτος: Μα, σου το είπα, αγάπη μου, πως θα αργούσαμε, πάψε να μου το φορτώνεις!
Ωραιοζήλη: Πρώτων, πάντα φταις, και δεύτερον, εσύ φταις.
Στράτος: ΜΙΑ ώρα! ΜΙΑ ΩΡΑ! Τόσο σού πήρε να βρεις ποιο από τα μπουκέτα σού αρέσει καλύτερα, και τελικά τί του πήρες; Ένα! ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ!
Μπάμπης: Ανιψιέ!
Στράτος: Θείε!
Ωραιοζήλη: Ωχ, αμάν!
Μπάμπης: Τί έπαθες, μαρή;
Ωραιοζήλη: Τίποτα σας είδα και μου ήρθε κάπως…
Μπάμπης: Ε, είμαι και ομορφάντρας! Αλλά, ξέρω τί θες!
Ωραιοζήλη: Τί θέλω;
Μπάμπης: Λιαστές τομάτες…
Στράτος:…παστέλια και ξερολούκουμα!
Ωραιοζήλη: Αγγελικούλα; Σήκω επάνω! Ντροπή σου, έχουμε και καλεσμένο! Καθίστε, θείε, να κάτσουμε κι εμείς…
(Η Αγγέλω σηκώνεται, και κάθονται οι τρεις τους)
Ωραιοζήλη: Σόφι, τί έγινε με τη σούπα που σου ζήτησα να μας φτιάξεις;
Σόφι: Ε… Θα φάτε ό,τι έμεινε…
Στράτος: Δηλαδή;
Μπάμπης: Μωρέ, αφήστε το το κορίτσι! Κουκουφρίκες να φάτε, γιάντα σας έχω ιστορία!
Στράτος: Αχ, αγάπη μου, να ακούσεις τον θείο να λέει ιστορίες, και τί άλλο στον κόσμο!
Ωραιοζήλη: Φαίνεται, έτσι, παραστατικός άνθρωπος…
Μπάμπης: Ε, ναι! Λοιπόν, θα το πάρω από την αρχή… Ήτανε ένα σκυλί λυσσασμένο!
(Η Σόφι γυρίζει το ρολόι τρεις ώρες μπροστά, και όλοι τους κοιμούνται)
Μπάμπης: Ε, και του δίνω κι εγώ μια δαγκιά! Έλα, μωρέ, πλακίτσες! Γυρίζω μια κωλοτούμπα, και του δίνω δυο γροθιές! Μπαμ, μπαμ! ΜΠΑΜ!
(Πετάγονται όλοι)
Ωραιοζήλη: Και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα… Λοιπόν…
Μπάμπης: Κάτσε, μη βιάζεσαι! Υποσχέθηκα στον κόσμο, ότι θα πω δύο ιστορίες! Πάμε στο πολυτεχνείο…
Στράτος: Ήσουν στο πολυτεχνείο, θείε; Νόμιζα ότι ήταν μόνο ο πατέρας. Απ’ έξω, βέβαια, όχι μέσα…
Μπάμπης: Τί λες, μωρέ; Εγώ στην κηδεία τής θειας σου της Αστέρως ήμουνα, αλλά τα κάμω πολύ παραστατικά… Λοιπόν, θυμάμαι την ανατριχιαστική θωριά τού τανκ…
Ωραιοζήλη: Θεία, να σας διακόψω! Σε αυτό εδώ το σπίτι, δε μιλάμε για Κομμουνισμό και Αντίσταση!
Μπάμπης: Γιατί, μαρή, τί έχεις εσύ με τον Κομμουνισμό; Ξέρεις τί αγώνες έχουν γίνει; Τί αίμα έχει χύσει η εργατική τάξη και οι υποδουλωμένοι…
Ωραιοζήλη: Ναι, καλώς, ήρθε η ώρα να σας πω τί σας ήθελα και σας κάλεσα στο σπίτι μου…
Μπάμπης: Ζουρλάθηκες, μωρή καμήλα; Τί με κάλεσες; Ο Στράτος μού είπε να έρθω να μείνω, για να συναντήσω τον φίλο μου τον Γιωργάρα!
Ωραιοζήλη: Ναι, θείε, αλλά σε αυτή τη ζωή, κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις…
Μπάμπης: Επειδή έχουμε καπιταλισμό! Στα λόγια μου έρχεσαι!
Ωραιοζήλη: Ποια είναι η σχέση σας με την Αφάν Γκατέ;
Μπάμπης: Δεν την ξέρω…
Στράτος: Αφάν Γκατέ σημαίνει υψηλή κοινωνία, θείε. Είναι οι αριστοκράτες, οι πρέσβεις, οι λόρδοι…
Μπάμπης: Κατάλαβα, έχει πολλά καλάμια καβαληκεμένα…
Ωραιοζήλη: Θεία, θα σας κάνω πρέσβη!
Μπάμπης, Στράτος: Τί πράγμα;!
Στράτος: Δηλαδή;
Αγγέλω: Α, ξέρω εγώ! Είναι μια ιεροτελεστία, που κάνουν στο χωριό μου. Λένε πως η Παναγία θα σου κάνει ό,τι της πεις, εάν βγεις γυμνός στον δρόμο, και χορέψεις με φύλλα ελιάς στο χέρι.
Μπάμπης: Τί να χορέψεις; Ζεϊμπέκικο;
Αγγέλω: Όχι! Πέντε στροφές δεξιά, μία αριστερά, τρεις δεξιά, δύο αριστερά, και μετά ξανά, φωνάζοντας: “Πιρπιρούνα περπατούσε, μονολογούσε και”…
Ωραιοζήλη: Φτάνει! Ο Άγγλος πρέσβης απεβίωσε προ ολίγων ημερών, και εσείς, θείε, θα πάρετε τη θέση του. Θα σας δώσω σακάκι, παντελόνι κτλ., και θα γίνετε πρέσβης!
Στράτος: Πόσες στροφές είπε δεξιά;
Ωραιοζήλη: Ευστράτιε, εδώ!
Στράτος: Μα, μωρέ αγάπη μου, πράγματα είναι αυτά που ζητάς; Ο θείος πρέσβης;
Μπάμπης: Εγώ, κάποτες ήμουνα μυστικός πράκτορας…
Ωραιοζήλη: Σε τρεις ημέρες, είναι η δεξίωση!
Μπάμπης: Σε τρεις μέρες θα συναντήσω τον Γιωργάρα! Αλλά, τί να κάνουμε; Μάλλον δεν μπορώ να πάω στο δικό του το πανηγύρι… Δεν πειράζει, άλλη φορά…
Ωραιοζήλη: Θα σας φιλοξενήσουμε στον ξενώνα, θείε. Ελπίζω να έχετε φέρει τις πιζάμες σας…
Μπάμπης: Ναι, το φοράω ήδη το βρακί.
Ωραιοζήλη: Νερό! Νερό!
(Τρέχει η Αγγέλω, της φέρνει νερό)
Στράτος: Πραγματικά σαν καμήλα, όπου βρίσκει νερό, το πίνει!
Ωραιοζήλη: Θα σας προσφέρει το προσωπικό πιζάμες, θείε, και ξεκινάμε από αύριο προπόνηση!
(Ο Μπάμπης φεύγει. Η Ωραιοζήλη παίρνει τον Ευστράτιο και φεύγουν. Η Αγγέλω φεύγει, μένει μόνη της η Σόφι)
Σόφι: (Όσο καθαρίζει) 🎵Στα ίντια μέρη θα γκζαναβρεντούμε, και θα μπεράσουμε τα γέρια στους ώμους…🎵
Αγγέλω: 🎵Παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε…🎵
Σόφι, Αγγέλω: 🎵Πρόσωπα, και βλέμματα και δρόμους…🎵
======
(Η Ωραιοζήλη κάθεται στον καναπέ και πίνει καφέ, ενώ ο Μπάμπης μπαίνει μέσα με τις πιζάμες, ξύνοντας τα οπίσθιά του)
Ωραιοζήλη: Bonjour, θείε. Πώς κοιμηθήκατε;
Μπάμπης: Ανάσκελα.
Ωραιοζήλη: (Γελάει με ευγενικό τρόπο) Είστε χιουμορίστας, κύριε πρέσβη…
(Ο Μπάμπης κοιτάει πίσω, δε βλέπει κανέναν)
Ωραιοζήλη: Παρακαλώ, θείε, καθίστε…
(Ο Μπάμπης κάθεται, και του φέρνει η Αγγέλω έναν καφέ. Πίνει μια γουλιά)
Μπάμπης: Ανάθεμά σε, μωρή κακιώσα καμηλοπάρδαλη! Τί είναι τούτο το φαρμάκι που μ’ δίνεις; Να με ξεκάνεις θες;
Ωραιοζήλη: Μα τί είναι αυτά που λέτε; (Μουρμουρίζει) Και ποιος θα κάνει τον πρέσβη;
Μπάμπης: Και τί; Πρέπει να πιω αυτό το πράγμα;
Ωραιοζήλη: Απλά κάντε ότι το πίνετε. Προσποιηθείτε ότι σας αρέσει…
Μπάμπης: Ότι μου αρέσει; Εντάξει… Μωρέ, Στράτενα, πού το βρήκες τούτο; Είναι θειάφι σε φαγί, μωρέ!
Ωραιοζήλη: Μπορείτε να πείτε “Εξαίσιο αφέψημα”.
Μπάμπης: Εξαίσιο ρέψιμο…
Ωραιοζήλη: Όχι “ρέψιμο”, θείε! “Αφέψημα”!
Στράτος: Ξεκίνησες από πρωί, βλέπω, ε; Α, θείε, έφαγα τα ξερολούκουμα που μου έφερες!
Μπάμπης: Ξέρω, ξέρω, σκέτο λουκούμι!
Ωραιοζήλη: Θείε! Παρακαλώ, προσοχή!
Μπάμπης: Μάλιστα, λοχία! (Κάνει στρατιωτικό χαιρετισμό)
Ωραιοζήλη: Εφόσον εμπεδώσαμε τα αφεψήματα, θα περάσουμε στα κυρίως πιάτα, τα οποία θα σας δείξει η Αγγελικούλα.
(Η Αγγέλω μπαίνει με ένα πιάτο, και ένα σετ με τρία μαχαίρια, τρία πιρούνια και δύο κουτάλια)
Αγγέλω: Ξεκινούμε από μέσα, και πάμε προς τα έξω. Το πρώτο γεύμα θα είναι σούπα, οπότε θα την πιείτε με το μεγάλο κουτάλι. Το μικρό είναι για το επιδόρπιο.
Μπάμπης: Και τα άλλα τα ματζαφλάρια, τί είναι;
Αγγέλω: Είναι για το ορεκτικό, το κυρίως, το δεύτερο κυρίως, και το τρίτο κυρίως.
Μπάμπης: Τρεις στροφές δεξιά, και μετά αριστερά είπες δύο;
Αγγέλω: Ναι, και πρέπει να είστε γυμνός, με φύλλα…
Ωραιοζήλη: Αγγελικούλα, αρκετά! Πάμε στην αίθουσα χορού, για να σας μάθω βαλς, θείε…
Στράτος: Πω, πω, θα τον ξεκάνει τον άνθρωπο…
(Φεύγουν όλοι, και μπαίνει η Σόφι)
Σόφι: Αυτή η κυρία τον έχει καταβροχθίσει τον κυρ Μπάμπη… Αχ, είναι και καλούλης… Α, το βρήκα!
(Παίρνει ένα ποτήρι, βάζει κρασί, και κάτι ρίχνει μέσα)
Σόφι: Λέει επάνου “ποντικοφάρμακου”… Δηλαδή γιατρεύει τα ποντίκια και τους αρουραίους, σαν την κυρία ένα πράγμα. Θα γίνει κανονική, άμα το πιει! Τί λέτε, να το χύσω το κρασί και να χαθεί το φάρμακο, ή να της δώσω, μπας και γίνει καλά;
[Το κοινό ψηφίζει. Ό,τι και να πει όμως, η Σόφι θα νιώσει μια διακοπή, από τη μουσική βαλς. Καθώς παίζει η μουσική, ο Ευστράτιος και η Ωραιοζήλη μπαίνουν χορεύοντας]
Ωραιοζήλη: Ένα, δύο τρία… Παμ, παμ, παμ, παμ, παμ, παμ… Παααααααμ, παμ, παμ πααααμ, παμ, παμ…
Στράτος: Εύκολο είναι, θείε. Ένα, δύο, ένα, δύο, πέρα, δώθε, πέρα, δώθε.
Αγγέλω: Ελάτε να χορέψουμε μαζί, κυρ Μπάμπη!
(Ο Μπάμπης και η Αγγέλω πιάνονται, αλλά ο Μπάμπης συνέχεια την πατάει)
Ωραιοζήλη: Δεν πειράζει, θείε, θα το βρείτε… Θα το ξανακάνουμε αύριο… Να δοκιμάσουμε το σακάκι που σας έχουμε…
(Η Αγγέλω και η Σόφι μπαίνουν με ένα σακάκι, και του το βάζουν)
Στράτος: Καλά, θείε, λαμπάδα, σου πάει γάντι!
Ωραιοζήλη: Επάνω εις την κλίνη σας, θα βρείτε και τα υπόλοιπα ενδύματα… Πηγαίνετε να τα δοκιμάσετε, παρακαλώ…
Μπάμπης: Ε;
Στράτος: Λέει πήγαινε στο δωμάτιό σου να ντυθείς.
(Ο Μπάμπης με της καμαριέρες φεύγουν)
Στράτος: Αγάπη μου, πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα, μου λες; Είναι τελείως παράλογη!
Ωραιοζήλη: Ήμουν αγχωμένη, εντάξει; Δεν ήξερα τί να κάνω…
Στράτος: Γιατί δε με έβαζες εμένα;
Ωραιοζήλη: Και πώς θα δικαιολογούσα την απουσία τού άνδρα μου;
Στράτος: Η γη γεμάτη ευγενείς είναι…
Ωραιοζήλη: Και εγώ αυτό λέω! Και έπεσα επάνω σου! Τέλος πάντων, δεν έχει σημασία… Αφού ξεκινήσαμε, πρέπει να τελειώσουμε. Έχουμε ακόμη δύο ημέρες, να τον κάνουμε πρέσβη! Θα τα καταφέρουμε! Εγώ ξέρεις τί έχω καταφέρει στη ζωή μου;
Στράτος: Τί έχεις καταφέρει;
Ωραιοζήλη: Ε… ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ; ΚΟΚΑΛΑ ΕΧΕΙ; (Γελάει αμήχανα)
(Ο Μπάμπης βγαίνει κοστουμάτος)
Σόφι: Ένας γκοστουμάτος… Καράβλαγος! (Γελάει)
Ωραιοζήλη: Εξαίσιο! (Χειροκροτάει, και κάνει νόημα στο κοινό να κάνει το ίδιο) Μπορείτε να απολαύσετε το υπόλοιπο της ημέρας σας στην Κηφισιά, ο Ευστράτιος θα σας ξεναγήσει…
Στράτος: Τί πράγμα; Τον ρώτησε κανείς τον Ευστράτιο;
(Η Ωραιοζήλη κοιτάει τον Ευστράτιο με ένα δολοφονικό βλέμμα)
Μπάμπης: (Σιγανά) Μη φοβάσαι… Θα σε πάω εγώ σε μια ταβέρνα… Έχω κάνει έρευνα!
Ωραιοζήλη: Καλά να περάσετε στη βόλτα σας, θείε… Όσο για τις καμαριέρες, καλά θα κάνετε να ετοιμάσετε τον ψημένο οικόσιτο χοίρο, ώστε να φάει κάτι ο θείος, να χορτάσει…
Μπάμπης: Ναι, ναι, θα καρδαμώσω. Πάμε, Στράτο!
(Φεύγουν ο Μπάμπης με τον Στράτο)
Ωραιοζήλη: Θα τον κάνω εγώ… Λόρδο Μπάιρον!
Αγγέλω: Μη φας, έχουμε γλαρόσουπα!
Ωραιοζήλη: Γλαρόσουπα; Γουρουνοπούλα δεν είπαμε; Πω, πω, όλοι άχρηστοι σε αυτό το σπίτι! Αμάν!
(Η Ωραιοζήλη και η Αγγέλω φεύγουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Η Σόφι αλλάζει το ρολόι, και το φτάνει τη νύχτα. Όταν αποχωρήσει, ο Στράτος με τον Μπάμπη μπαίνουν μεθυσμένοι, τραγουδώντας)
Στράτος, Μπάμπης: 🎵Τί με κοιτάζεις, Ρόζα, μουδιασμένο; Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω, τί λένε τα κομπιούτερς και οι αριθμοί!🎵 (Γελάνε)
Σόφι: Τί έγκινε, καλέ κύριοι;
Μπάμπης: Έλα να χορέψεις! Ξέρω, δεν τα κάνετε αυτά στην Κύπρο, αλλά;… Βάλε ένα ζεϊμπέκικο, μωρέ!
(Παίζει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Ο Μπάμπης χορεύει, και η Σόφι με τον Στράτο χτυπάνε γονατιστοί παλαμάκια, μέχρι που ξεκινάει και η Αγγέλω. Πετάνε χαρτοπετσέτες, και φωνάζουν. Ο Μπάμπης κάνει φιγούρες, σηκώνει τον Στράτο, και χορεύουνε μαζί. Μπαίνει η Ωραιοζήλη, με το νυχτικό)
Ωραιοζήλη: Παναγία μου! Νερό! Νερό! (Περιμένει λίγο) Γιατί δε μου φέρνει κανείς νερό;
(Η Ωραιοζήλη πάει και κλείνει τη μουσική)
Ωραιοζήλη: Ευστράτιε; Τί είναι αυτά; Δε σου είπα να προσέχεις; Πήγαινε στο δωμάτιό σου, γρήγορα, και σκέψου τι έκανες!
(Ο Στράτος φεύγει λυπημένος)
Ωραιοζήλη: Όσο για εσάς, σουσουράδες, γρήγορα! Στους ξενώνες! Άιντε! Τρεις η ώρα!
(Οι καμαριέρες φεύγουν)
Ωραιοζήλη: Κι εσείς, θείε, πηγαίνετε να κοιμηθείτε, και θα τα πούμε αύριο, που θα είστε νηφάλιος! Μεθαύριο είναι το συμπόσιο!
Μπάμπη: Ένα τραγουδάκι ακόμα…
Ωραιοζήλη: Γρήγορα!
(Όταν ο Μπάμπης φύγει, η Ωραιοζήλη χτυπάει τα χέρια της, και κλείνουν τα φώτα. Όταν ανοίγουν, καθαρίζει η Αγγέλω)
Μέρος τρίτο “Ο Κοστουμάτος… Καράβλαχος!”: Το φονικό
Αγγέλω: Πάνε κιόλας τρεις ημέρες απ’ όταν ήρθε ο “βλάχος”, όπως τον λέει η κυρία Ωραιοζήλη. Σήμερα το βράδυ είναι το συμπόσιο… Δεν έχω καθόλου καλό προαίσθημα! Τον έχει μουρλάνει τον καημένο. Να τρώει με το πιρούνι, να περπατάει σα συγκαμένος, να μη μιλάει… Σήμερα θα μάθει και Εγγλέζικα, λέει!
Μπάμπης: Πω, πω, δεν είναι αρκετά όλα αυτά; Τί άλλο πρέπει να με βάλετε να κάνω;
Στράτος: Ξέρω, θείε, μα και κανένα Εγγλέζικο, δε θα βλάψει! Έλα, βγάλε τα κιτάπια, να ξεκινήσουμε.
(Ο Μπάμπης βγάζει ένα τετράδιο, και κάθεται στον καναπέ, το ίδιο και ο Στράτος)
Στράτος: Γενικώς, θα προσπαθώ να μην τους αφήνω να σου μιλάνε στη δεξίωση. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις μερικά. Θα ξεκινήσουμε με το πιο απλό: Hello! Σημαίνει γεια.
Μπάμπης: Ε, αυτό είναι εύκολο: Χελόου!
Στράτος: Τέλεια. Τώρα, θα δούμε πώς λέμε “Τί κάνεις”; Είναι How do you do;
Μπάμπης: Χάου τί;
Στράτος: Χάου-ντου-γιου-ντου.
Μπάμπης: Χου-ντου-χου-ντου.
Στράτος: Δοκίμασε να πεις I do not feel like talking, and I wish to be left alone.
Μπάμπης: Αυτό δεν είναι πρόταση, ρε παιδί μου, αλλά, να σου πω, αυτό είναι σιδηρόδρομος, να πούμε! Γράφ’ το ‘δω!
(Ο Στράτος το γράφει στο τετράδιο)
Στράτος: Θα το λες στους άλλους, και θα σε αφήνουνε ήσυχο.
Μπάμπης: Α, τέλειο!
Στράτος: Τέλικα, με εκείνον τον φίλο σου τον Γιωργάρα, τί έγινε;
Μπάμπης: Ι ντου νοτ φιλ λάικ…
Στράτος: Καλά το πας…
(Χτυπάει το κουδούνι)
Ωραιοζήλη: Να ήρθαν από τώρα οι καλεσμένοι; Δε νομίζω… Πάω να ανοίξω… Εντωμεταξύ, αυτό το ποτήρι με το κρασί είναι εδώ δύο ημέρες, πάρτε το, επιτέλους!
Αστυνόμος β’: Εδού Ελληνική Αστυνουμία! Ποιους είνι ου αρχηγούς ιδού;
Ωραιοζήλη: Εδώ είναι η οικεία των Παπαχατζηχαραλάμπηδων. Εγώ είμαι η κυρία τού σπιτιού, η κυρία Ωραιοζήλη Τριανταφυλλίδου. Πώς μπορώ να βοηθήσω;
Αστυνόμος α’: Εδώ είσαι, ρε Παναγιώτ’; Σε ψάχνω σε όλη την Κηφισιά!
Ωραιοζήλη: Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;
Αστυνόμος α’: Εδώ Ελληνική Αστυνομία! Έχουμε έρθει με ένταλμα εισαγγελέως, διότι υπήρξε μια καταγγελία για απόπειρα δολοφονίας!
Στράτος: Πώς;
Αγγέλω: Αδύνατον!
Μπάμπης: Ο, μάι γκοντ!
Ωραιοζήλη: Παναγιά μου! Νερό! Νερό! (Παίρνει το κρασοπότηρο στο χέρι της) Θα πιω αυτό, σιγά!
Αστυνόμος β’: Απαπαπά! Μπουρεί να το έχουν δηλητηριάσει!
Αστυνόμος α’: Μην είσαι γελοίος, Παναγιώτ’! Άσ’ το σε εμένα, τον ειδικό. Εσένα πρώτη ημέρα στη δουλειά, εξ’ άλλου…
Ωραιοζήλη: Και τι θα γίνει με τη δεξίωση το βράδυ;
Αστυνόμος α’: Α, ώστε εδώ είναι που φιλοξενείται ο πρέσβης;
Ωραιοζήλη: Μάλιστα!
Αστυνόμος α’: Η περίφημη οικεία Παπαχατζηχαραλάμπους, ε;… (Απότομα) Και ΕΣΕΙΣ, λέγω ΕΣΕΙΣ, πρέπει να είστε ο πρέσβης!
Μπάμπης: Όκι πολύ καλώς Ελληνικώς…
Αστυνόμος α’: Α, μα είστε τυχερός! Έχω τον ανώτατο βαθμό Κέιμπριτζ στα Αγγλικά, φίλτατε! How do you do?
Μπάμπης: (Σιγανά) Α, τούτο το ξέρω! (Δυνατά) Χάου ντου γιου ντου!
Αστυνόμος α’: I am fine, thank you. How about you? Are you OK?
Μπάμπης: ΓΙΕΣ.
Αστυνόμος α’: Βαριά προφορά… Πρέπει να είναι από κάποιο χωριό, ε;
Στράτος: Ναι, ναι, ένα ψηλά, στα βουνά τής Αγγλίας…
Αστυνόμος α’: What village are you from, sir?
Μπάμπης: Εγγλέζικο Κατσικοχώρι!
(Λίγη σιωπή)
Ωραιοζήλη: (Γελώντας) Χω, χω! Τί πλακατζής που είναι ο πρέσβης, ε; Είναι από το Bragnheight!
Μπάμπης: ΓΙΕΣ.
Αστυνόμος α’: Nice to meet you, sir. Thank you.
Μπάμπης: (Διαβάζοντας) Άι ντου νοτ φιλ λάικ…
(Ο Στράτος τού αρπάζει το βιβλίο)
Αστυνόμος β’: Του πάρτυ σήμερα, θα ακυρουθεί!
Ωραιοζήλη: Πάρτυ; Από πού και ως πού, αποκαλείς εσύ, άμαχο κουτάβι, την περίφημη δεξίωσή μου, ένα κοινό πάρτυ;
Αστυνόμος β’: Αφεντικού, νιούθου ούτι με χλευάζει!
Αστυφύλακας α’: Ιδέα σου. (Λέω “Αστυφύλακας” αντί για “Αστυνόμος”, για λόγους τού ιστοτόπου.)
Αστυνόμος β’: Α, καλά.
Αστυνόμος α’: Εν πάση περιπτώσει, τα πράγματα είναι απλά: η δεξίωση δε θα διεξαχθεί. Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να βρούμε αυτόν το δολοφόνο, ο οποίος είναι ένας από εσάς…
Ωραιοζήλη: Τί ακριβώς έλεγε αυτή καταγγελία, κύριοι/κυρίες αστυφύλακες; Ποιος ήταν το θύμα;
Αστυνόμος α’: Η καταγγελία έλεγε απλά για μία απόπειρα δολοφονίας, με όπλο. Μας είπαν πως ακούστηκε ένας πυροβολισμός μέσα στην έπαυλη, αλλά κανείς δεν έπαθε τίποτα.
Στράτος: Δε γίνεται απλά να του φάνηκε;
Αστυνόμος β’: Δύσκολα. Ο μάρτυς είπε πως είδε τη μία σκιά να πυροβολεί την άλλη, και η άλλη να αρχίσει να τρέχει.
Σόφι: Η αλήθεια είνται πους εχθές άκουσα άτομα να τρέγουν στα επάνου δουμάτια…
Ωραιοζήλη: Αδύνατον! Τα μόνα δωμάτια επάνω, είναι το δικό μου και του Στράτου!
Αστυνόμος β’: Θα ξεδιαλύνουμε του μυστήριου!
Αστυνόμος α’: Υπάρχει αίθουσα χορού στην έπαυλη;
Ωραιοζήλη: Ακούτε τί λέτε; Εννοείται πως υπάρχει! Αυτή είναι η έπαυλη των Παπαχατζηχαραλάμπηδων!
Αστυνόμος α’: Τότε, σαν παρακαλώ, να πάτε όλοι εκεί, όσο εμείς θα σας ανακρίνουμε έναν-έναν…
Αστυφύλακας β’: Μακάρι να υπήρχε κάποιους που να τα είδε ούλα… (Λέω “Αστυφύλακας” αντί για “Αστυνόμος”, για λόγους τού ιστοτόπου.)
Αστυνόμος α’: Αχά! Εσείς! Οι θεατές, τα είδαν όλα! Θα μας βοηθήσουν να βρούμε ποιος είναι ο ένοχος! Λοιπόν, θέλουμε βοήθεια με τις ανακρίσεις! Θα επανέλθουμε σε δέκα λεπτά.
[Στο δεκάλεπτο διάλειμμα, οι ηθοποιοί πάνε στο κοινό, και του ζητάνε να μην καρφώσουν την πλεκτάνη τους]
(Οι αστυνομικοί και το κοινό ανακρίνουν έναν-έναν τούς ηθοποιούς, μόνο σχετικά με το περασμένο βράδυ, και τελευταίο ανακρίνουν τον Μπάμπη)
Αστυνόμος β’: Τούρα είμαστε μούνοι μας, κυρ Μπάμπη!
Μπάμπης: Άι ντου νοτ… Μισό λεπτό, ΤΙ;!
Αστυνόμος β’: Είμι ου Παναγιώτ’ς ου Μπερδουγλουσσουμάκης, απού του χουριού!
Μπάμπης: Ρε, Μάκη, χρόνια και… Ε, εννοώ… Άι ντου νοτ φιλ λάικ…
Αστυνόμος β’: Αφιντικού! Βρήκα τουν ένουχου!
Αστυνόμος α’: (Μπαίνει από τα παρασκήνια) Πώς; Άντε, πες μου και τίποτα καλό, αυτή η στριμμένη καμήλα με έχει μουρλάνει!
Ωραιοζήλη: (Από τα παρασκήνια) ΞΕΡΕΤΕ ΠΟΙΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ, ΠΟΥ ΜΕ ΛΕΤΕ ΣΤΡΙΜΜΕΝΗ ΚΑΜΗΛΑ;;;
Στράτος: (Από τα παρασκήνια) ΗΡΕΜΗΣΕ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΑΝΙΔΕΟΣ!
Αστυνόμος α’: Άντε πες, γιατί θα κάνω φονικό εγώ τελικά!
Αστυνόμος β’: Διούτι ΑΥΤΟΥΣ εδού, δεν είνι ου…
Ωραιοζήλη: (Βγαίνει από τα παρασκήνια) Λαλαλαλα! Λα, λο, λι!
Αστυνόμος α’: Τί τρέχει, κυρία Ωραιοζήλη;
Ωραιοζήλη: Ας χορέψουμε ένα βαλς! Διότι ο ΠΟΛΥ ΑΛΗΘΙΝΟΣ Άγγλος πρέσβης, το ξέρει εξαίσια!
Αστυνόμος β’: Νι, ε; Για να τουν δούμε, αμα δε χουρέψει μι εσάς! Να έρθει κάποιους απού του κοινού!
(Ο Αστυνόμος β’ κατεβαίνει και περπατάει ανάμεσα στα άτομα του κοινού, και διαλέγει κάποια γυναίκα. Εκείνη προσπαθεί να χορέψει με τον Μπάμπη, και εκείνος, αν και με υπερβολικές κινήσεις, εν τέλει καταφέρνει να χορέψει. Όταν τελειώσουν και κάτσει η θεατής:)
Αστυνόμος β’: Νι, τα κατάφερε απού τύχη! Να που ότι αυτούς…
Αστυνόμος α’: Μη μιλάς, Παναγιώτ’! Δεν ξέρεις!
Ωραιοζήλη: Να συμφωνήσουμε ότι ήταν όλα μία παρεξήγηση, να πάτε στα σπιτάκια σας, να έρθουν και οι καλεσμένοι…
Αστυνόμος α’: Αποκλείεται! Διότι έχω βρει ποιος είναι ο ένοχος! Βρήκα ποιος έκανε την απόπειρα δολοφονίας!
Αστυνόμος β’: Αλήθεια, αφιντικού; Να που κι εγού…
Αστυνόμος α’: Σιωπή! Διότι ο πραγματικός δολοφόνος είναι…
(Λίγη σιωπή)
Αστυνόμος α’: …ο Κύριος Στράτος!
Στράτος: Εγώ;…
Μπάμπης: Ο ανηψιός μ’; Καλέ, αυτός τα μυρμήγκια τα λυπάται!
Αστυνόμος α’: Κύριε πρέσβη;… Η προφορά σας βελτιώθηκε πολύ…
Ωραιοζήλη: Ναι, ναι! Μαθαίνει γρήγορα!
Μπάμπης: Βαρέθηκα, πια! Δεν είμαι πρέσβης! Είμαι ο Μπάμπης ο Παπαχατζηχαραλάμπους! Διότι το να είσαι πραγματικός άνθρωπος, σημαίνει να παλεύεις για το καλό… Και λίγο λαϊκό, δεν έβλαψε ποτέ κανέναν! Ελάτε να ρίξουμε ένα γλέντι! Να ψηφίσει το κοινό αν θέλει ζεϊμπέκικα, ή χασάπικα, ή χασαποσέρβικο! Ψηφίστε!
(Το κοινό ψηφίζει, ενώ η Ωραιοζήλη φωνάζει “Νερό, νερό”, και ο Στράτος με τις καμαριέρες το χαίρονται)
Αστυνόμος α’: Δε θα σας σώσουν τα γλυκανάλατα, κύριε Μπάμπη! Η πλαστοπροσωπία, είναι έγκλημα! Και θα συλληφθείτε! Αλλά, χάριν στις εκπληκτικές μου δεξιότητες, ξέρω τί τρέχει εδώ…
Ωραιοζήλη: Τί τρέχει; Μήπως ότι το σπίτι μου θα καταλήξει “Το καπηλειό τού μπάρμπα-Θωμά”;
Αστυνόμος α’: Όχι. Ότι υπάρχει ΟΝΤΩΣ μια υπόθεση φόνου!
(Ο Αστυνόμος χύνει το κρασί από το ποτήρι σε ένα άλλο ποτήρι, και το δίνει στον άλλον αστυνομικό)
Αστυνόμος α’: Βλέπετε, η καταγγελία ήταν ανώνυμη… Και ξέρω πολύ καλά ποιος είναι αυτός που είπε ψέματα ανώνυμα… Ο κύριος Μπάμπης!
Μπάμπης: Εγώ;
Αστυνόμος β’: Νι, εσύ!
Ωραιοζήλη: Και πώς το ξέρετε αυτό;
Αστυνόμος α’: Επειδή είμαι καλός/καλή στη δουλειά μου, βέβαια. Και επειδή ξέχασε να κλείσει το τηλέφωνο, και άκουσα που έλεγε “Δε θέλω να κάνω αυτή τη δεξίωση! Θα γλιτώσω και να συναντήσω τον Γιώργη, και να κάνω ό,τι μου λέει η καμήλα”!
Μπάμπης: Αυτό είναι! Αγγλία! Από εκεί είναι ο Γιώργης, όχι από την Αρμενία!
Στράτος: Θείε, πού ακριβώς ήταν αυτό το “γλέντι” που σου είχε πει ο Γιώργης;
Μπάμπης: Δεκελείας δώδεκα.
Ωραιοζήλη: Παναγιά μου! Αυτή είναι η έπαυλή μας!
Στράτος: Και πώς τον έλεγαν τον Γιώργη στο επίθετο;
Μπάμπης: Ένα πολύ μεγάλο, δε θυμάμαι…
Στράτος: Ήθελε να τον φωνάζεις κάπως συγκεκριμένα;
Μπάμπης: Ναι, ήθελε να τον λέω Τζορτζ!
Στράτος: Μήπως στο επίθετο τον έλεγαν Τζορτζ Τζοουρτζβατζενέγκερβιτς;
Μπάμπης: Ναι, ακριβώς έτσι!
Στράτος: Μήπως τυχαίνει να είναι και ο πρέσβης τής Αγγλίας;
Ωραιοζήλη: Παναγιά μου! Νερό, νερό!
Μπάμπης: Αχ, ναι! Νόμιζα ότι μου έλεγε ότι είναι “πρίζες”! Και του έλεγα “Γιατί, επειδή είσαι ηλεχτρικός και πιάνεις για πέντε”; Και γελάγαμε…
Αστυνόμος α’: Η αστυνομία, έλυσε και πάλι το μυστήριον! Ο κυρ Μπάμπης, ήταν παιδικός φίλος τού πρέσβη, και τον υποδιόταν χωρίς να το ξέρει! Μπορείτε να με ευχαριστήσετε αργότερα που έκανα όλη τη δουλειά, μόλις βρω και τον δολοφόνο!
Ωραιοζήλη: Λοιπόν, ποιος είναι ο “δολοφόνος”;
Αστυνόμος α’: Δεν ξέρω ακόμη, μα, απ’ ό,τι φαίνεται, είχε δηλητηριάσει κάτι…
(Όσο περπατάει μιλάει, και ο Αστυνόμος β’ τον αντιγράφει)
Αστυνόμος α’: Στο φαγητό, μήπως; (Μυρίζει το κρασί) Μήπως στον μπουφέ; (Πλησιάζει το ποτήρι στο χείλος) Ή μήπως… (Πίνουν και οι δύο αστυνομικοί) …στο ποτό;
Αστυνόμος β’: Χα, χα! Δι θα μας ξεφύγεις τούρα, κουμπουγαννίτη!
(Οι αστυνόμοι αρχίζουν να παραπατάνε, μέχρι που πέφτουν ξεροί. Ο Στράτος μετράει τον παλμό, και ανακοινώνει ότι είναι νεκροί)
Ωραιοζήλη: Ωχ, Παναγιά μου! Νερό! ΝΕΡΟ!
(Χτυπάει το κουδούνι)
Ωραιοζήλη: (Κοιτάζει από το ματάκι) Οι επισκέπτες… Ήρθαν!
ΤΕΛΟΣ

No responses yet